ΔΕΕ της 15.11.2022 (υπόθεση C-646/20, Senatsverwaltung für Inneres und Sport, Standesamtsaufsicht κατά TB): πράξη περί λύσεως του γάμου η οποία εκδίδεται από ληξίαρχο κράτους μέλους συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4 Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27.11.2003

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 15ης Νοεμβρίου 2022

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας – Διαζύγιο – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Άρθρο 2, σημείο 4, και άρθρο 21 – Έννοια της “αποφάσεως” – Αναγνώριση σε κράτος μέλος της λύσης γάμου η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των συζύγων και απαγγέλθηκε από ληξίαρχο άλλου κράτους μέλους – Κριτήριο βάσει του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί κατά πόσον υφίσταται “απόφαση”»

Στην υπόθεση C‑646/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Δεκεμβρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

Senatsverwaltung für Inneres und Sport, Standesamtsaufsicht,

κατά

TB,

παρισταμένων των:

Standesamt Mitte von Berlin,

RD,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο, A. Arabadjiev, A. Prechal, E. Regan, M. Safjan (εισηγητή) και M. L. Arastey Sahún, προέδρους τμήματος, M. Ilešič, J.‑C. Bonichot, S. Rodin, I. Jarukaitis, A. Kumin, M. Gavalec, Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: A. M. Collins

γραμματέας: M. Krausenböck, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Φεβρουαρίου 2022,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller, M. Hellmann και U. Kühne,

–        η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την N. Grünberg,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Daniel και A.‑L. Desjonquères,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την G. Natale, avvocato dello Stato,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την S. Żyrek,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους H. Leupold, M. Wilderspin και W. Wils,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ 2003, L 338, σ. 1, στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Senatsverwaltung für Inneres und Sport, Standesamtsaufsicht (Υπουργείου Εσωτερικών και Αθλητισμού, αρμόδιας αρχής για την εποπτεία των ληξιαρχείων, Γερμανία, στο εξής: αρμόδια αρχή για την εποπτεία των ληξιαρχείων) και της TB, σχετικά με την άρνηση της ως άνω αρχής να επιτρέψει την καταχώριση, στο γερμανικό μητρώο γάμων, του διαζυγίου μεταξύ της TB και του RD, το οποίο επήλθε εξωδικαστικώς στην Ιταλία, ελλείψει προηγούμενης αναγνώρισης του διαζυγίου αυτού από την αρμόδια γερμανική δικαστική αρχή.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η Σύμβαση των Βρυξελλών

3        Το άρθρο 25 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στην εν λόγω Σύμβαση (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), ορίζει τα εξής:

«Ως απόφαση, κατά την έννοια της παρούσας Συμβάσεως, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα.»

 Ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 8, 21 και 22 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα είχαν ως εξής:

«(1)      Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει θέσει ως στόχο τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Προς το σκοπό αυτό, η Κοινότητα πρέπει να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, τα οποία είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2)      Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε όρισε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων ως ακρογωνιαίο λίθο για τη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου […].

[…]

(8)      Όσον αφορά τις αποφάσεις διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στη λύση του συζυγικού δεσμού και δεν θα πρέπει να επηρεάζει θέματα όπως οι λόγοι του διαζυγίου, οι περιουσιακές συνέπειες του γάμου ή άλλα συναφή ζητήματα.

[…]

(21)      Η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και οι λόγοι της μη αναγνώρισης θα πρέπει να περιορίζονται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό.

(22)      Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες μεταξύ των μερών που είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος θα πρέπει να εξομοιούνται προς “αποφάσεις” για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης.»

5        Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού όριζε τα εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν:

α)      το διαζύγιο, το δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση του γάμου των συζύγων·

β)      την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας.

[…]

  1. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

[…]

ε)      στις υποχρεώσεις διατροφής·

[…]».

6        Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού όριζε τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      Ο όρος “δικαστήριο” καλύπτει όλες τις αρχές των κρατών μελών που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 1. […]

[…]

3)      Ο όρος “κράτος μέλος” περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη εξαιρουμένης της Δανίας.

4)      Ο όρος “απόφαση” περιλαμβάνει κάθε απόφαση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, καθώς και κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, που εκδίδεται από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, όπως “διαταγή”, “διάταξη” ή “απόφαση”·

[…]».

7        Υπό τον τίτλο «Αναγνώριση και εκτέλεση», το κεφάλαιο III του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα περιλάμβανε το τμήμα 1, με τίτλο «Αναγνώριση», στο οποίο περιλαμβάνονταν τα άρθρα 21 έως 27 του κανονισμού αυτού.

8        Το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε τα εξής:

«1.      «Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία.

  1. Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, να επιφέρει τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του βάσει αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

[…]»

9        Το άρθρο 22 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Λόγοι μη αναγνώρισης αποφάσεων που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου», όριζε τα εξής:

«Αποφάσεις που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου δεν αναγνωρίζονται:

α)      αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης·

[…]».

10      Το άρθρο 25 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα όριζε τα εξής:

«Αποφάσεις που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου δεν μπορούν να μην αναγνωρισθούν με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου στη βάση των ιδίων γεγονότων.»

11      Το τμήμα 3, με τίτλο «Διατάξεις κοινές στα τμήματα 1 και 2», του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 39 αυτού, το οποίο όριζε τα εξής:

«Το αρμόδιο δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης εκδίδει, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους, πιστοποιητικό χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα I (αποφάσεις εκδιδόμενες για γαμικές διαφορές) ή στο παράρτημα II (αποφάσεις για τη γονική μέριμνα).»

12      Το τμήμα 5 του κεφαλαίου III, με τίτλο «Δημόσια έγγραφα και συμφωνίες», περιλάμβανε μόνον το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο όριζε τα εξής:

«Τα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί και είναι εκτελεστά σε κράτος μέλος καθώς και οι συμφωνίες μεταξύ των μερών οι οποίες είναι εκτελεστές στο κράτος μέλος όπου συνήφθησαν, αναγνωρίζονται και καθίστανται εκτελεστοί(-ά) υπό τους ίδιους όρους όπως και οι αποφάσεις.»

 Ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙβ

13      Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2022, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (ΕΕ 2019, L 178, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2020, L 347, σ. 52, στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙβ), που αναδιατυπώνει τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα, κατήργησε, σύμφωνα με το άρθρο του 104, παράγραφος 1, τον τελευταίο κανονισμό από την 1η Αυγούστου 2022. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 100, παράγραφος 2, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως προς τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που συντάχθηκαν ή καταχωρίστηκαν επίσημα και τις συμφωνίες που κατέστησαν εφαρμοστέες στο κράτος μέλος στο οποίο συνάφθηκαν πριν από την 1η Αυγούστου 2022. Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του κρίσιμου χρόνου των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, αυτή διέπεται από τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα.

14      Η αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος “δικαστήριο” θα πρέπει να νοείται με την ευρεία έννοια, ώστε να καλύπτει όχι μόνο τα δικαστήρια που ασκούν δικαστικά καθήκοντα, αλλά και διοικητικές αρχές ή άλλες αρχές, όπως είναι οι συμβολαιογράφοι, που ασκούν δικαιοδοτικά καθήκοντα σε ορισμένες γαμικές διαφορές ή διαφορές γονικής μέριμνας. Κάθε συμφωνία που εγκρίνεται από το δικαστήριο κατόπιν εξέτασης της ουσίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία θα πρέπει να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται ως “απόφαση”. Άλλες συμφωνίες, οι οποίες αποκτούν δεσμευτική νομική ισχύ στο κράτος μέλος προέλευσης μετά από την τυπική παρέμβαση δημόσιας αρχής ή άλλης αρχής όπως έχει κοινοποιηθεί για τον σκοπό αυτό στην Επιτροπή από κράτος μέλος, θα πρέπει να τίθενται σε ισχύ σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις για τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες στον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των απλών ιδιωτικών συμφωνιών. Ωστόσο, θα πρέπει να κυκλοφορούν οι συμφωνίες που δεν συνιστούν ούτε απόφαση ούτε δημόσιο έγγραφο, αλλά έχουν καταχωριστεί από αρμόδια προς τούτο δημόσια αρχή. Σε αυτές τις δημόσιες αρχές θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται οι συμβολαιογράφοι που καταχωρίζουν συμφωνίες, ακόμα και όταν ασκούν ελεύθερο επάγγελμα.»

15      Το άρθρο 30 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία ειδική διαδικασία.

  1. Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, να επιφέρει τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του βάσει αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

[…]»

16      Το άρθρο 65 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.       Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες για τον δικαστικό χωρισμό και το διαζύγιο τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Το τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζεται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

  1. Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες σε διαφορές γονικής μέριμνας τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και είναι εκτελεστά στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη της εκτελεστότητας. Τα τμήματα 1 και 3 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.»

 Το γερμανικό δίκαιο

17      Το άρθρο 97, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Gesetz über das Verfahren in Familiensachen und in den Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (νόμου περί της διαδικασίας σε οικογενειακές υποθέσεις και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας), της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (BGBl. 2008 I, σ. 2586), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: FamFG), ορίζει ότι «[ο]ι διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θίγονται» από εκείνες του FamFG.

18      Το άρθρο 107 του FamFG, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων σε γαμικές διαφορές», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι εκδοθείσες στην αλλοδαπή αποφάσεις, με τις οποίες ο γάμος ακυρώνεται ή λύεται, αναγνωρίζονται μόνον εφόσον η αρμόδια δικαστική αρχή του ομόσπονδου κράτους έχει διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της αναγνώρισης. Εάν η απόφαση προέρχεται από δικαστήριο ή αρχή κράτους του οποίου την ιθαγένεια είχαν αμφότεροι οι σύζυγοι κατά τον χρόνο έκδοσής της, η αναγνώριση δεν προϋποθέτει διαπίστωση της αρμόδιας δικαστικής αρχής του ομόσπονδου κράτους.»

19      Το άρθρο 3 του Personenstandsgesetz (νόμου περί προσωπικής κατάστασης), της 19ης Φεβρουαρίου 2007 (BGBl. 2007 I, σ. 122), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: PStG), φέρει τον τίτλο «Μητρώο προσωπικής κατάστασης». Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει τα εξής:

«Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η υπηρεσία ληξιαρχείου τηρεί:

1)      μητρώο γάμων (άρθρο 15),

[…]».

20      Το άρθρο 5 του PStG, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενημέρωση του μητρώου προσωπικής κατάστασης», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι καταχωρίσεις στο μητρώο συμπληρώνονται και διορθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου (ενημέρωση).»

21      Το άρθρο 16 του PStG, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενημέρωση», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η καταχώριση που αφορά τον γάμο αναφέρει τις μεταγενέστερες πράξεις που αφορούν

[…]

3)      την ακύρωση του γάμου ή το διαζύγιο,

[…]».

 Το ιταλικό δίκαιο

22      Η decreto-legge n° – 132 Misure urgenti di degiudizionalizzazione ed altri interventi per la definizione dell’arretrato in materia di processo civile (πράξη νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132 περί επειγόντων μέτρων για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών και άλλων παρεμβάσεων για τον περιορισμό των καθυστερήσεων στις αστικές διαδικασίες), της 12ης Σεπτεμβρίου 2014 (GURI αριθ. 212, της 12ης Σεπτεμβρίου 2014), η οποία, κατόπιν τροποποιήσεων, μετατράπηκε στον νόμο 162 της 10ης Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: GURI αριθ. 261, της 10ης Νοεμβρίου 2014) (στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014), ορίζει στα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 12, το οποίο φέρει τον τίτλο «Χωρισμός με κοινή συναίνεση, αίτηση λύσης ή παύσης των αστικών συνεπειών του γάμου και τροποποίηση των όρων του χωρισμού ή του διαζυγίου ενώπιον του ληξίαρχου», ότι οι σύζυγοι, με τη συνδρομή ενδεχομένως δικηγόρου, μπορούν να συνάψουν, ενώπιον του αρμόδιου ληξίαρχου, συμφωνία λύσης ή παύσης των αστικών συνεπειών του γάμου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα τα οποία δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, πάσχουν από σοβαρή αναπηρία ή δεν είναι οικονομικώς ανεξάρτητα.

23      Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014 προβλέπει, εξάλλου, ότι ο ληξίαρχος λαμβάνει από έκαστο των μερών αυτοπροσώπως δήλωση ότι επιθυμεί τη λύση ή την παύση των αστικών συνεπειών του γάμου, σύμφωνα με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους, ότι η συμφωνία δεν μπορεί να αφορά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, ότι το έγγραφο που περιέχει τη συμφωνία συντάσσεται και υπογράφεται αμέσως μετά την παραλαβή των δηλώσεων των συζύγων, ότι η εν λόγω συμφωνία υποκαθιστά τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις λεπτομέρειες της λύσης και της παύσης των αστικών συνεπειών του γάμου και ότι, αφού λάβει τις δηλώσεις των συζύγων, ο ληξίαρχος τους καλεί να εμφανιστούν ενώπιόν του τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την παραλαβή των εν λόγω δηλώσεων, προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία, τυχόν δε μη εμφάνιση ισοδυναμεί με μη επιβεβαίωση της συμφωνίας.

24      Με εγκύκλιο του Ministero della Giustizia (Υπουργείου Δικαιοσύνης, Ιταλία), της 22ας Μαΐου 2018, σχετικά με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014, ορίζεται ο ληξίαρχος ως η αρμόδια αρχή στην Ιταλία για την έκδοση του πιστοποιητικού που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

25      Η TB, η οποία έχει διπλή ιθαγένεια, γερμανική και ιταλική, συνήψε γάμο με τον RD, ιταλικής ιθαγένειας, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013 ενώπιον του Standesamt Mitte von Berlin (ληξιαρχείου Berlin-Mitte, Γερμανία). Ο γάμος αυτός καταχωρίστηκε στο μητρώο γάμων του Βερολίνου.

26      Στις 30 Μαρτίου 2017 οι TB και RD προσήλθαν, για πρώτη φορά, ενώπιον του ληξίαρχου Πάρμας (Ιταλία), προκειμένου να κινήσουν εξωδικαστική διαδικασία διαζυγίου βάσει του άρθρου 12 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014. Στις 11 Μαΐου 2017 προσήλθαν για δεύτερη φορά ενώπιον του ως άνω ληξίαρχου, προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη δήλωσή τους. Στις 15 Φεβρουαρίου 2018 οι TB και RD προσήλθαν για τρίτη φορά ενώπιον του ληξιάρχου και δήλωσαν, με παραπομπή στην από 30 Μαρτίου 2017 δήλωσή τους, την επιθυμία τους για λύση του γάμου τους, διευκρινίζοντας, επίσης, ότι δεν εκκρεμούσε καμία σχετική διαδικασία. Κατόπιν νέας επιβεβαίωσης των δηλώσεων αυτών ενώπιόν του στις 26 Απριλίου 2018, ο εν λόγω ληξίαρχος χορήγησε στις 2 Ιουλίου 2018 στην TB το προβλεπόμενο στο άρθρο 39 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα πιστοποιητικό λύσης του γάμου της με τον RD, με ισχύ από τις 15 Φεβρουαρίου 2018.

27      Η TB ζήτησε από το ληξιαρχείο του Berlin-Mitte να καταχωρίσει την εν λόγω λύση στο μητρώο γάμων του Βερολίνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του PStG. Διερωτώμενη κατά πόσον η καταχώριση αυτή προϋπέθετε προηγούμενη αναγνώριση σύμφωνα με το άρθρο 107 του FamFG, η εν λόγω υπηρεσία, μέσω της αρμόδιας για την εποπτεία των ληξιαρχείων αρχής, προσέφυγε ενώπιον του αρμόδιου για το ζήτημα αυτό Amtsgericht (ειρηνοδικείου, Γερμανία).

28      Με διάταξη της 1ης Ιουλίου 2019, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώριση στο μητρώο γάμων της λύσης του γάμου των TB και RD που επήλθε εξωδικαστικά ήταν δυνατή μόνον κατόπιν αναγνώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του FamFG, από την αρμόδια δικαστική αρχή του ομόσπονδου κράτους, εν προκειμένω από το Senatsverwaltung für Justiz, Verbraucherschutz und Antidiskriminerung (Υπουργείο Δικαιοσύνης, Προστασίας των Καταναλωτών και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Βερολίνου, Γερμανία) (στο εξής: Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βερολίνου).

29      Ωστόσο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βερολίνου απέρριψε την αίτηση αναγνώρισης που η TB είχε υποβάλει ενώπιον αυτού, με την αιτιολογία ότι δεν επρόκειτο για απόφαση η οποία έχρηζε αναγνώρισης. Η αγωγή που άσκησε η TB κατά της απορρίψεως της ανωτέρω αιτήσεως εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Kammergericht Berlin (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου, Γερμανία).

30      Εξάλλου, η TB άσκησε έφεση κατά της διατάξεως της 1ης Ιουλίου 2019, η οποία έγινε δεκτή από το Kammergericht Berlin (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου). Στο πλαίσιο αυτό, το ως άνω δικαστήριο απαγόρευσε στο ληξιαρχείο του Berlin-Mitte να εξαρτήσει την καταχώριση της επελθούσας στην Ιταλία λύσης του γάμου των TB και RD από προηγούμενη αναγνώριση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βερολίνου.

31      Η αρμόδια για την εποπτεία των ληξιαρχείων αρχή άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), ζητώντας την επαναφορά σε ισχύ της διατάξεως της 1ης Ιουλίου 2019.

32      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, υπό το πρίσμα της έννοιας της «αποφάσεως» κατά το άρθρο 21 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, οι κανόνες που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός σχετικά με την αναγνώριση των αποφάσεων διαζυγίου έχουν εφαρμογή στην περίπτωση διαζυγίου που επέρχεται βάσει συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ των συζύγων και το οποίο απαγγέλλεται από ληξίαρχο κράτους μέλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως και λαμβανομένου υπόψη ότι οι κανόνες αυτοί δεν θίγονται, σύμφωνα με το άρθρο 97, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του FamFG, από τους κανόνες της γερμανικής νομοθεσίας, καμία διαδικασία αναγνώρισης δεν θα είναι απαραίτητη στη Γερμανία. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί αν η έννοια της «αποφάσεως», κατά τις ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, αφορά, κατ’ ορθή ερμηνεία, μόνον τις πράξεις που εκδίδονται από δικαστήριο ή αρχή επιφορτισμένη με την άσκηση δημόσιας εξουσίας και οι οποίες έχουν διαπλαστικό χαρακτήρα ή αν καλύπτει, επίσης, τις ιδιωτικές δικαιοπραξίες που εντάσσονται στο πλαίσιο της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης των μερών, οι οποίες εκδίδονται χωρίς τέτοια διαπλαστικού χαρακτήρα συμμετοχή δημόσιας αρχής, όπως συμβαίνει με τη διαδικασία που προβλέπει στην Ιταλία το άρθρο 12 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014.

33      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ούτε το γράμμα των εν λόγω διατάξεων ούτε τα διδάγματα που απορρέουν από την απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Sahyouni (C‑372/16, EU:C:2017:988), καθιστούν δυνατή την επίλυση του ζητήματος αυτού με σαφήνεια, έστω και αν μέρος της γερμανικής θεωρίας προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία του γράμματός τους, βάσει της οποίας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι κανόνες που προβλέπει ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα σχετικά με την αναγνώριση των αποφάσεων διαζυγίου έχουν εφαρμογή στα διαζύγια που επέρχονται στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας, όπως αυτή η οποία προβλέπεται από την επίμαχη στην κύρια δίκη ιταλική ρύθμιση.

34      Καίτοι, κατά το ίδιο αυτό μέρος της θεωρίας, η ως άνω ερμηνεία δικαιολογείται από τον σκοπό του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της αναγνώρισης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές εντός της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της αντίθετης ερμηνείας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα στηρίζεται στην παραδοχή ότι μόνον απόφαση διαζυγίου εκδιδόμενη από δημόσια αρχή και έχουσα διαπλαστικό χαρακτήρα διασφαλίζει την προστασία του «ασθενέστερου» συζύγου από τα μειονεκτήματα που συνδέονται με το διαζύγιο, κατά το μέτρο που μια τέτοια αρχή έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει το διαζύγιο ασκώντας την αρμοδιότητά της ελέγχου. Τούτο, ωστόσο, δεν ισχύει στην περίπτωση που η νομική βάση για τη λύση του γάμου έγκειται στην αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης των συζύγων η οποία εκφράζεται με ιδιωτική δικαιοπραξία, η δε συμμετοχή της δημόσιας αρχής περιορίζεται στην παροχή προειδοποιήσεων, διευκρινίσεων, αποδείξεων ή συμβουλών, χωρίς καμία εξουσία ελέγχου επί της ουσίας.

35      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η προσέγγιση αυτή ενισχύεται, αφενός, από το γεγονός ότι, κατά την έκδοση του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, καμία εξωδικαστική διαδικασία διαζυγίου δεν υφίστατο στο ισχύον τότε δίκαιο των κρατών μελών, οπότε δεν ήταν δυνατό στον νομοθέτη της Ένωσης να λάβει υπόψη αυτή την περίπτωση. Αφετέρου, από τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε από 1ης Αυγούστου 2022 τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα, προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, στο μεταξύ, κανόνες που καλύπτουν τα διαζύγια όπως αυτό το οποίο προβλέπεται από την επίμαχη στην κύρια δίκη ιταλική νομοθεσία, όπερ δεν συνέβαινε υπό το κράτος του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

36      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι, οσάκις πρόκειται περί διαζυγίων όπως αυτό το οποίο προβλέπεται από την επίμαχη στην κύρια δίκη ιταλική νομοθεσία, δεν υφίσταται «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 21 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η αναγνώριση ενός τέτοιου διαζυγίου είναι, εντούτοις, δυνατή βάσει του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού. Το αιτούν δικαστήριο τείνει να αποκλείσει τη δυνατότητα αυτή λόγω του ότι η ως άνω διάταξη, εν αντιθέσει προς την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ, μνημονεύει μόνον τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες μεταξύ των μερών οι οποίες είναι «εκτελεστές», γεγονός το οποίο δεν αφορά το ζήτημα του διαζυγίου, αλλά μόνον το ζήτημα της γονικής μέριμνας.

37      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με μέρος της γερμανικής θεωρίας, το άρθρο 46 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα έχει εφαρμογή στην περίπτωση διαζυγίων όπως αυτό το οποίο προβλέπεται από την επίμαχη στην κύρια δίκη ιταλική νομοθεσία.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελεί η λύση του γάμου επί τη βάσει του άρθρου 12 της [πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014] απόφαση περί διαζυγίου κατά την έννοια του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: πρέπει η λύση του γάμου επί τη βάσει του άρθρου 12 της [πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014] να αντιμετωπισθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 46 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα για τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

39      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα έχει την έννοια ότι, για τους σκοπούς, ιδίως, της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, πράξη περί λύσεως του γάμου η οποία εκδίδεται από ληξίαρχο κράτους μέλους και περιλαμβάνει συμφωνία διαζυγίου συναφθείσα μεταξύ των συζύγων και επιβεβαιωθείσα από αυτούς ενώπιον του εν λόγω ληξίαρχου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 4.

40      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τόσο από τις απαιτήσεις της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και από την αρχή της ισότητας συνάγεται ότι οι όροι διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ερμηνεία δε αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της εκάστοτε διατάξεως αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη νομοθεσία της οποίας η οικεία διάταξη αποτελεί μέρος [απόφαση της 31ης Μαρτίου 2022, Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl κ.λπ. (Ακούσια νοσηλεία αιτούντος άσυλο σε ψυχιατρικό νοσοκομείο), C‑231/21, EU:C:2022:237, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

41      Δεδομένου ότι καμία διάταξη του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ιδίως δε το άρθρο 2, σημείο 4, αυτού, δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του όρου «απόφαση» που περιλαμβάνεται τόσο στη διάταξη αυτή όσο και στο άρθρο 21 του κανονισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο όρος αυτός πρέπει να τύχει αυτοτελούς και ομοιόμορφης ερμηνείας στο δίκαιο της Ένωσης, σύμφωνα με τη μέθοδο που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη.

42      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 67, παράγραφοι 1 και 4, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 81, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ όσο και από τις προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 61, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 65, στοιχείο αʹ, ΕΚ προκύπτει ότι, προκειμένου να δημιουργήσει έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η Ένωση αναπτύσσει δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, διασφαλίζοντας, ιδίως όταν αυτό είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, την αμοιβαία αναγνώριση, μεταξύ των κρατών μελών, των δικαστικών και εξώδικων αποφάσεων.

43      Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων, η οποία εδράζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Pula Parking, C‑551/15, EU:C:2017:193, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44      Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα αποσκοπεί, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές του σκέψεις 1, 2 και 21, στο να διευκολύνει μεταξύ άλλων, βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως ακρογωνιαίου λίθου για τη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου, την αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε υποθέσεις διαζυγίου, περιορίζοντας στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό τους λόγους της μη αναγνώρισης τέτοιων αποφάσεων (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Liberato, C‑386/17, EU:C:2019:24, σκέψεις 41 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Ως εκ τούτου, το άρθρο 21, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης που αναφέρονται εξαντλητικώς στο άρθρο 22 του εν λόγω κανονισμού, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 21 του κανονισμού αυτού, οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος σε υποθέσεις διαζυγίου πρέπει να αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία, με τη διευκρίνιση, αφενός, ότι, για τις τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του κράτους μέλους αναγνώρισης, η απόφαση δεν πρέπει να υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης και, αφετέρου, ότι μια απόφαση δεν μπορεί να μην αναγνωρισθεί με την αιτιολογία, ιδίως, ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει διαζύγιο στη βάση των ίδιων γεγονότων.

46      Όσον αφορά την έννοια της «αποφάσεως», κατά το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, επισημαίνεται ότι, σε υποθέσεις διαζυγίου, αυτή καλύπτει «κάθε απόφαση διαζυγίου […] που εκδίδεται από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, όπως “διαταγή”, “διάταξη” ή “απόφαση”». Η έννοια του «δικαστηρίου» ορίζεται, στο σημείο 1 του άρθρου αυτού, ως αναφερόμενη σε όλες τις «αρχές των κρατών μελών που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 1». Διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι, δυνάμει του άρθρου 2, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, η έκφραση «κράτη μέλη» καλύπτει όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας.

47      Επομένως, από τον συνδυασμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 2, σημεία 1, 3 και 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα προκύπτει ότι η έννοια της αποφάσεως διαζυγίου καλύπτει κάθε απόφαση διαζυγίου, ασχέτως της ονομασίας της, η οποία εκδίδεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, με εξαίρεση τις αρχές του Βασιλείου της Δανίας.

48      Από τον ορισμό αυτόν που δίδει ο ίδιος ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα προκύπτει ότι, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 34 και 36 των προτάσεών του, ο εν λόγω κανονισμός είναι δυνατόν να καλύπτει τις αποφάσεις διαζυγίου που εκδίδονται κατά το πέρας τόσο δικαστικής όσο και εξωδικαστικής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιο των κρατών μελών απονέμει και στις εξωδικαστικές αρχές αρμοδιότητα σε υποθέσεις διαζυγίου.

49      Επομένως, κάθε απόφαση που εκδίδεται από τέτοιες εξωδικαστικές αρχές αρμόδιες για υποθέσεις διαζυγίου σε κράτος μέλος, εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας, πρέπει, δυνάμει του άρθρου 21 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, να αναγνωρίζεται αυτομάτως στα λοιπά κράτη μέλη, εξαιρουμένου του ως άνω Βασιλείου, με την επιφύλαξη, αφενός, της εφαρμογής του άρθρου 22 του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά τους λόγους μη αναγνώρισης και, αφετέρου, του ότι, για τους σκοπούς των τροποποιήσεων στα ληξιαρχικά βιβλία του κράτους μέλους αναγνώρισης, η απόφαση δεν πρέπει να υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα.

50      Διευκρινίζεται ότι η ως άνω ερμηνεία της έννοιας της «αποφάσεως» δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατά την κατάρτιση και την έκδοση του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, κανένα κράτος μέλος δεν είχε ακόμη προβλέψει στη νομοθεσία του τη δυνατότητα των συζύγων να επιτύχουν την έκδοση διαζυγίου εξωδικαστικώς. Πράγματι, η εν λόγω ερμηνεία απορρέει ευθέως από τους ευρείς και ανοικτούς ορισμούς των εννοιών «δικαστήριο» και «απόφαση» που περιλαμβάνονται αντιστοίχως στα σημεία 1 και 4 του άρθρου 2 του ως άνω κανονισμού.

51      Επιπλέον, η ίδια ερμηνεία επιρρωννύεται από τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα, ο οποίος συνίσταται, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 42 έως 44 της παρούσας αποφάσεως, στη διευκόλυνση, βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία στηρίζεται η δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου σε επίπεδο Ένωσης, της αναγνώρισης των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε υποθέσεις, μεταξύ άλλων, διαζυγίου.

52      Εντούτοις, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως και τα οποία υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 32 έως 34 της παρούσας αποφάσεως, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται περαιτέρω ως προς τον βαθμό του ελέγχου τον οποίο πρέπει να ασκεί η αρμόδια σε υποθέσεις διαζυγίου αρχή, προκειμένου η πράξη περί λύσεως του γάμου την οποία αυτή εκδίδει, στο πλαίσιο ιδίως συναινετικού διαζυγίου, να δύναται να χαρακτηριστεί ως «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.

53      Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα αφορά αποκλειστικώς τα διαζύγια που απαγγέλλονται είτε από κρατικό δικαστήριο, είτε από δημόσια αρχή, είτε υπό τον έλεγχο δημόσιας αρχής, όπερ σημαίνει ότι αποκλείονται τα απλά ιδιωτικά διαζύγια, όπως εκείνο το οποίο απορρέει από μονομερή δήλωση βουλήσεως ενός από τους συζύγους ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Sahyouni, C‑372/16, EU:C:2017:988, σκέψεις 39 έως 43, 48 και 49).

54      Από τη νομολογία αυτή μπορεί να συναχθεί ότι κάθε δημόσια αρχή που καλείται να λάβει «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, πρέπει να διατηρεί τον έλεγχο της εκδόσεως του διαζυγίου, όπερ σημαίνει, στο πλαίσιο των συναινετικών διαζυγίων, ότι η εν λόγω αρχή προβαίνει σε εξέταση των προϋποθέσεων του διαζυγίου υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου, καθώς και του υποστατού και του κύρους της συναίνεσης των συζύγων να προχωρήσουν σε διαζύγιο.

55      Η απαίτηση εξέτασης, κατά την έννοια της προηγούμενης σκέψης, ως χαρακτηριστικό στοιχείο της έννοιας της αποφάσεως μπορεί επίσης να συναχθεί από την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, Solo Kleinmotoren (C‑414/92, EU:C:1994:221). Όσον αφορά το άρθρο 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο έχει ουσιαστικά πανομοιότυπη διατύπωση με εκείνη του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση ότι η ως άνω διάταξη της Συμβάσεως καλύπτει μόνον τις δικαστικές αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 15 έως 17 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το αναγκαίο στοιχείο της έννοιας της «αποφάσεως» είναι να αποφαίνεται το δικαστήριο «κυριαρχικώς επί ορισμένων από τα επίμαχα μεταξύ των διαδίκων σημείων».

56      Είναι αληθές ότι, όπως υπενθύμισε η Πολωνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο έκρινε, με την εν λόγω απόφαση, ότι ο συμβιβασμός που καταρτίζεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους και περατώνει τη διαφορά δεν μπορεί να συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Εντούτοις, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί κατ’ αναλογίαν ότι ο χαρακτηρισμός «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, θα πρέπει να αποκλείεται συστηματικώς στην περίπτωση κατά την οποία μια εξωδικαστική αρχή έχει την εξουσία να απαγγείλει το διαζύγιο με βάση συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των συζύγων και κατόπιν εξέτασης των προϋποθέσεων που θέτουν οι ισχύουσες εθνικές διατάξεις.

57      Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 50 των προτάσεών του, το Δικαστήριο, στην απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, Solo Kleinmotoren (C‑414/92, EU:C:1994:221), στήριξε την κρίση του στο γεγονός ότι οι συμβιβασμός περί του οποίου επρόκειτο είχε πρωτίστως συμβατικό χαρακτήρα, το δε οικείο δικαστήριο περιοριζόταν, ως εκ τούτου, να λάβει υπόψη τον συμβιβασμό χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε εξέταση του περιεχομένου του υπό το πρίσμα των ισχυουσών νομικών διατάξεων.

58      Κατά τα λοιπά, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙβ, ο οποίος προέβη σε αναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, αναφέρει, στην αιτιολογική του σκέψη 14, ότι «[κ]άθε συμφωνία που εγκρίνεται από το δικαστήριο κατόπιν εξέτασης της ουσίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία θα πρέπει να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται ως “απόφαση”». Κατά τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙβ, «[ά]λλες συμφωνίες, οι οποίες αποκτούν δεσμευτική νομική ισχύ στο κράτος μέλος προέλευσης μετά από την τυπική παρέμβαση δημόσιας αρχής ή άλλης αρχής όπως έχει κοινοποιηθεί για τον σκοπό αυτό στην Επιτροπή από κράτος μέλος, θα πρέπει να τίθενται σε ισχύ σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις για τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες στον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των απλών ιδιωτικών συμφωνιών. Ωστόσο, θα πρέπει να κυκλοφορούν οι συμφωνίες που δεν συνιστούν ούτε απόφαση ούτε δημόσιο έγγραφο, αλλά έχουν καταχωριστεί από αρμόδια προς τούτο δημόσια αρχή. Σε αυτές τις δημόσιες αρχές θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται οι συμβολαιογράφοι που καταχωρίζουν συμφωνίες, ακόμα και όταν ασκούν ελεύθερο επάγγελμα.»

59      Επομένως, σε μια προοπτική συνέχειας, ο νομοθέτης της Ένωσης αποσαφήνισε ότι συμφωνίες διαζυγίου οι οποίες εγκρίθηκαν από δικαστική ή εξώδικη αρχή κατόπιν εξέτασης της ουσίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία συνιστούν «αποφάσεις», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και των διατάξεων του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ, οι οποίες την αντικατέστησαν, και ότι ακριβώς αυτή η επί της ουσίας εξέταση είναι εκείνη που διακρίνει αυτές τις αποφάσεις από τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες, κατά την έννοια των εν λόγω κανονισμών.

60      Ως εκ τούτου, εφόσον μια αρμόδια εξωδικαστική αρχή εγκρίνει συμφωνία διαζυγίου κατόπιν εξέτασης επί της ουσίας, η εν λόγω συμφωνία αναγνωρίζεται ως «απόφαση», σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και το άρθρο 30 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ, ενώ άλλες συμφωνίες διαζυγίου που έχουν δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται, κατά περίπτωση, ως δημόσια έγγραφα ή συμφωνίες, σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και το άρθρο 65 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ.

61      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από το ιστορικό της θεσπίσεως της αιτιολογικής σκέψης 14 και του άρθρου 65 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙβ προκύπτει ότι, εκδίδοντας τον κανονισμό αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν απέβλεψε στην καινοτομία και τη θέσπιση νέων κανόνων, αλλά μόνο στο να «αποσαφηνίσει», αφενός, το περιεχόμενο του κανόνα του άρθρου 46 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και, αφετέρου, το κριτήριο διακρίσεως της έννοιας της «αποφάσεως» από την έννοια του «δημόσιου εγγράφου» και την έννοια της «συμφωνίας μεταξύ των μερών», ήτοι το κριτήριο που συνίσταται στην εξέταση επί της ουσίας.

62      Υπό το πρίσμα ακριβώς του συνόλου των ανωτέρω πρέπει να προσδιοριστεί αν, στην προκειμένη περίπτωση, πράξη περί λύσεως του γάμου η οποία εκδίδεται από ληξίαρχο κράτους μέλους και περιλαμβάνει συμφωνία διαζυγίου συναφθείσα μεταξύ των συζύγων και επιβεβαιωθείσα από αυτούς ενώπιον του εν λόγω ληξίαρχου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, συνιστά «απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.

63      Συναφώς, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι ο ληξίαρχος, στην Ιταλία, αποτελεί νομίμως συσταθείσα αρχή η οποία, δυνάμει του δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους, είναι αρμόδια για την απαγγελία διαζυγίου κατά τρόπο νομικώς δεσμευτικό, επικυρώνοντας εγγράφως τη συμφωνία διαζυγίου που καταρτίζεται από τους συζύγους, αφού έχει προβεί σε εξέταση κατά την έννοια της σκέψης 54 της παρούσας αποφάσεως.

64      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 12 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014, ο ληξίαρχος πρέπει να λάβει τη δήλωση εκάστου των συζύγων αυτοπροσώπως και δύο φορές, εντός διαστήματος τουλάχιστον 30 ημερών, όπερ σημαίνει ότι αυτός βεβαιώνεται ότι υφίσταται έγκυρη, παρεχόμενη ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση συναίνεσή τους όσον αφορά το διαζύγιο.

65      Εξάλλου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ο εν λόγω ληξίαρχος προβαίνει σε εξέταση του περιεχομένου της συμφωνίας διαζυγίου υπό το πρίσμα των ισχυουσών νομικών διατάξεων, υπό την έννοια ότι διασφαλίζει ότι η συμφωνία αυτή αφορά αποκλειστικώς τη λύση ή την παύση των αστικών συνεπειών του γάμου, αποκλειομένης οποιασδήποτε μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων, και ότι οι σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα τα οποία δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, έχουν σοβαρή αναπηρία ή είναι μη οικονομικώς ανεξάρτητα, οπότε η συμφωνία δεν αφορά τέτοια τέκνα.

66      Από το άρθρο 12 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 132/2014 προκύπτει επίσης ότι ο ληξίαρχος δεν έχει την εξουσία να απαγγείλει το διαζύγιο αν δεν πληρούται μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή, ιδίως αν έχει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η σχετική με το διαζύγιο συναίνεση ενός των συζύγων έχει παρασχεθεί ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση, αν η συμφωνία αφορά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή ακόμη αν οι σύζυγοι έχουν άλλα τέκνα εκτός από ενήλικα τέκνα τα οποία είναι οικονομικώς ανεξάρτητα.

67      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα έχει την έννοια ότι, για τους σκοπούς, ιδίως, της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, πράξη περί λύσεως του γάμου η οποία εκδίδεται από ληξίαρχο κράτους μέλους και περιλαμβάνει συμφωνία διαζυγίου συναφθείσα μεταξύ των συζύγων και επιβεβαιωθείσα από αυτούς ενώπιον του εν λόγω ληξίαρχου σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 4.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

68      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

69      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000,

έχει την έννοια ότι, για τους σκοπούς, ιδίως, της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:

πράξη περί λύσεως του γάμου η οποία εκδίδεται από ληξίαρχο κράτους μέλους και περιλαμβάνει συμφωνία διαζυγίου συναφθείσα μεταξύ των συζύγων και επιβεβαιωθείσα από αυτούς ενώπιον του εν λόγω ληξίαρχου σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 4.

ΕΔΔΑ της 1.9.2022 (Safarov κατά Αζερμπαϊτζάν, αριθ. προσφυγής 885/12): προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας

Αναπαραγωγή από ιδιώτη και διαδικτυακή παρουσίαση βιβλίου χωρίς τη συγκατάθεση του συγγραφέα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αμετάκλητη απόρριψη από τα εθνικά δικαστήρια της αγωγής του συγγραφέα για αποζημίωση παραβιάζει το δικαίωμα στην περιουσία, λόγω της αποτυχίας του κράτους να προστατεύσει τα πνευματικά του δικαιώματα.

 

Παρουσιάση απόφασης από την ηλεκτρονική σελίδα echrcaselaw.com

 

Κείμενο απόφασης στα αγγλικά

 

Επιστολή των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Ενώσεων στους εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών Αρχών για την αποφυλάκιση του Murat Arslan, Προέδρου της Τουρκικής Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, καθώς και όλων των παρανόμως φυλακισμένων Δικαστών και Εισαγγελέων στην Τουρκία

Επιστολή των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Ενώσεων στους εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών Αρχών για την αποφυλάκιση του Murat Arslan, Προέδρου της Τουρκικής Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, καθώς και όλων των παρανόμως φυλακισμένων Δικαστών και Εισαγγελέων στην Τουρκία.

 

Ο Murat Arslan, Τούρκος Δικαστής, γεννημένος το έτος 1974, ήταν κατά το διάστημα 2011-2016 Πρόεδρος της Τουρκικής Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (YARSAV), η λειτουργία της οποίας απαγορεύθηκε με Διάταγμα της 23ης.7.2016, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία. Τον Ιούλιο του 2016 ο Murat Arslan απολύθηκε, ενώ τον Οκτώβριο το ίδιου έτους  συνελήφθη με την κατηγορία της «συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση» και έκτοτε είναι φυλακισμένος στις τουρκικές φυλακές. Η κατηγορία εναντίον του βασίσθηκε σε μια ανώνυμη καταγγελία και την παρουσία της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων ByLock στο κινητό του τηλέφωνο, μια εφαρμογή που, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, οι τουρκικές αρχές ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιήθηκε ευρέως από μέλη του κινήματος Γκιουλέν. Ουδέποτε κατηγορήθηκε για βίαιη ενέργεια ή παρακίνηση τρίτου σε βίαιη ενέργεια. Τον Ιανουάριο του 2019 καταδικάσθηκε σε δεκαετή φυλάκιση σε μία δίκη που, σύμφωνα με τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ Diego Garcia Sayan, δεν διεξήχθη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.

Στις 9 Οκτωβρίου 2017 απονεμήθηκε στον Murat Arslan το Βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε ένδειξη αναγνώρισης του αγώνα του για την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος στην Τουρκία. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών [IAJ], που έλαβε χώρα στο Ισραήλ, τιμήθηκε με το βραβείο δικαστικής ανεξαρτησίας. Κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης προβλήθηκε βίντεο που επιμελήθηκε η σύζυγός του και στο οποίο ο γιός του διάβασε κείμενο που ο Murat Arslan συνέταξε μέσα στις τουρκικές φυλακές. Αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά τη γενναιότητα και το σθένος που τον διακρίνει, απευθυνόμενος στους συναδέλφους του, αναφέρει πως όταν διακυβεύονται θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες  απαιτείται να υψώνουμε τη φωνή μας, πως οφείλουμε να παίρνουμε θέση, πως η ουδετερότητα βοηθάει πάντα τον θύτη, ποτέ το θύμα, πως όταν η δικαιοσύνη πάσχει, οι κοινωνικά αδύναμοι είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο. Ο Murat Arslan πληρώνει με την προσωπική του ελευθερία τη στάση που επέλεξε να κρατήσει ως Δικαστής και ως Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Τουρκία. Γιατί για έναν Δικαστή, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών  Jose Igresa Matos, το να είναι ανεξάρτητος πρέπει να είναι τόσο σημαντικό όσο ο αέρας που αναπνέει. Στην Τουρκία έχουν απολυθεί μετά τον Ιούλιο του 2016 χιλιάδες δικαστές και εισαγγελείς, εκατοντάδες έχουν φυλακισθεί με παρόμοιες κατηγορίες, ενώ κάποιοι έχουν ήδη αποβιώσει υπό συνθήκες κράτησης.

Οι Πρόεδροι των μεγαλύτερων Ευρωπαϊκών Δικαστικών Ενώσεων συνέταξαν επιστολή, την οποία απέστειλαν στους εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών Αρχών, προκειμένου να αναδείξουν την έλλειψη κράτους δικαίου στην Τουρκία, τη συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την παράνομη απόλυση και φυλάκιση των Τούρκων Δικαστών και Εισαγγελέων. Εκφράζουν τη διαφωνία τους για την πρόσκληση από το Συμβούλιο της Ε.Ε. και τη συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, παρόλο που το κράτος αυτό παραβιάζει κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις αρχές του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ζητούν από τους εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών Αρχών να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να απελευθερωθεί ο Murat Arslan και όλοι οι Δικαστές και Εισαγγελείς που κρατούνται παράνομα στις τουρκικές φυλακές, να επανέλθουν στα δικαστικά τους καθήκοντα όσοι απολύθηκαν παράνομα και να εκτελεσθούν οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ.

Επισυνάπτεται το βίντεο που προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της Ετήσιας Συνέλευσης της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών κατά τη βράβευση του Τούρκου Δικαστή Murat Arslan, καθώς και η επιστολή των Προέδρων των τεσσάρων Ευρωπαϊκών Δικαστικών Ενώσεων.

Κατερίνα Ντόκα

Εφέτης

Η επιστολή των προέδρων των 4 Ευρωπαϊκών Δικαστικών Ενώσεων (στα αγγλικά)

 

Παρακολούθηση τελετής βράβευσης (μετάβαση στον λογαριασμό facebook του antimolia.gr)

ΔΕΕ της 21.12.2021 (υπόθεση C-251/20, Gtflix Tv κατά DR): Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012- αρμοδιότητα δικαστηρίων κρατών μελών σε περίπτωση διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων στο διαδίκτυο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 21ης Δεκεμβρίου 2021

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Άρθρο 7, σημείο 2 – Ειδική δωσιδικία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας – Δημοσίευση στο διαδίκτυο σχολίων φερόμενων ως δυσφημιστικών για ορισμένο πρόσωπο– Τόπος επέλευσης της ζημίας – Δικαστήρια κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμο το περιεχόμενο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο»

Στην υπόθεση C‑251/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) με απόφαση της 13ης Μαΐου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουνίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

Gtflix Tv

κατά

DR,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο, A. Arabadjiev, A. Prechal, I. Jarukaitis και N. Jääskinen, προέδρους τμήματος, T. von Danwitz, M. Safjan (εισηγητή), L. S. Rossi, A. Kumin και N. Wahl, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Gtflix Tv, εκπροσωπούμενη από τους P. Spinosi, L. Chevallier και A. Michel, avocats,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. de Moustier και A. Daniel,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Σ. Χαλά, την A. Δημητρακοπούλου και τον K. Γεωργιάδη,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Heller και τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Gtflix Tv, εταιρίας παραγωγής υλικού ψυχαγωγίας ενηλίκων που εδρεύει στην Τσεχική Δημοκρατία, και του DR, επαγγελματία του ίδιου τομέα και κατοίκου Ουγγαρίας, με αντικείμενο αίτημα της Gtflix Tv, αφενός, για τη διόρθωση και τη διαγραφή σχολίων φερόμενων ως δυσφημιστικών για την εταιρία αυτή, τα οποία ο DR ανήρτησε σε διάφορες ιστοσελίδες και σε διάφορα φόρουμ του διαδικτύου και, αφετέρου, για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την εν λόγω ανάρτηση.

 Το νομικό πλαίσιο

3        O κανονισμός 1215/2012, όπως προκύπτει από την αιτιολογική του σκέψη 4, αποβλέπει, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, στην ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ώστε να εξασφαλίζεται ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος.

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 15 και 16 του κανονισμού αυτού αναφέρουν τα εξής:

«(15)      Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(16)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ύπαρξη στενού συνδέσμου θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει. Αυτό το στοιχείο είναι σημαντικό, ιδίως σε διαφορές που αφορούν εξωσυμβατικές υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από παραβιάσεις της ιδιωτικότητας και του δικαιώματος της προσωπικότητας, περιλαμβανομένης της δυσφήμισης.»

5        Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας περιέχονται στο κεφάλαιο ΙΙ του εν λόγω κανονισμού. Το τμήμα 1 του κεφαλαίου II, τιτλοφορούμενο «Γενικές διατάξεις», περιλαμβάνει τα άρθρα 4 έως 6 του κανονισμού 1215/2012.

6        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

7        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»

8        Στο τμήμα 2 του κεφαλαίου II του ίδιου κανονισμού, τιτλοφορούμενο «Ειδικές δικαιοδοσίες», το άρθρο 7, σημείο 2, προβλέπει τα ακόλουθα:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[…]

2)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.»

9        Το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 έχει πανομοιότυπη κατ’ ουσίαν διατύπωση με το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό 1215/2012.

10      Το τμήμα 4 του κεφαλαίου II του κανονισμού 1215/2012, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών», περιλαμβάνει το άρθρο 17, του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής:

«1.      Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος με την επιφύλαξη του άρθρου 6 και του άρθρου 7 σημείο 5:

[…]

γ)      σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση έχει συναφθεί με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή κατευθύνει με οποιοδήποτε τρόπο τέτοιου είδους δραστηριότητες σε αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους, και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.»

 Η υπόθεση της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11      H Gtflix Tv, της οποίας η έδρα και το κέντρο των συμφερόντων βρίσκονται στην Τσεχική Δημοκρατία, παράγει και διανέμει, κυρίως μέσω του ιστοτόπου της, οπτικοακουστικό υλικό που προορίζεται για ενήλικους. Ο DR, κάτοικος Ουγγαρίας, είναι σκηνοθέτης, παραγωγός και διανομέας ταινιών του ιδίου είδους, οι οποίες διατίθενται στο εμπόριο μέσω ουγγρικών ιστοτόπων.

12      Η Gtflix Tv προσάπτει στον DR ότι προέβη σε δυσφημιστικά σχόλια εις βάρος της, τα οποία διέδωσε σε διάφορους ιστότοπους και σε διάφορα διαδικτυακά φόρουμ.

13      Αφού όχλησε τον DR ζητώντας του να αποσύρει τα εν λόγω σχόλια, η Gtflix Tv κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατ’ αυτού ενώπιον του προέδρου του tribunal de grande instance de Lyon (πολυμελούς πρωτοδικείου Λυών, Γαλλία) ζητώντας, πρώτον, να υποχρεωθεί ο DR να παύσει, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, κάθε πράξη δυσφήμισης εις βάρος της εταιρίας αυτής και ενός ιστότοπου που της ανήκει, καθώς και να δημοσιεύσει ανακοίνωση νομικού περιεχομένου στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα σε κάθε ένα από τα ανωτέρω διαδικτυακά φόρουμ, δεύτερον, να της επιτραπεί να αναρτήσει ένα σχόλιο στα εν λόγω φόρουμ και, τέλος, να υποχρεωθεί ο DR να της καταβάλει προσωρινώς το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ προς αποκατάσταση της οικονομικής της ζημίας, καθώς και ποσό του ίδιου ύψους ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη.

14      Ενώπιον του εν λόγω γαλλικού δικαστηρίου, ο DR προέβαλε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία έγινε δεκτή με διάταξη της 10ης Απριλίου 2017.

15      Η Gtflix Tv άσκησε έφεση κατά της προμνησθείσας διάταξης ενώπιον του cour d’appel de Lyon (εφετείου Λυών, Γαλλία), αυξάνοντας στα 10 000 ευρώ το ποσό που ζητούσε προσωρινώς για την οικονομική ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστη στη Γαλλία. Με απόφαση που εξέδωσε στις 24 Ιουλίου 2018, το ως άνω δικαστήριο έκανε και αυτό δεκτή την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας.

16      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Gtflix Tv βάλλει κατά της κατ’ έφεση απόφασης, καθόσον με αυτήν το γαλλικό δικαστήριο έκρινε ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας και ότι η υπόθεση υπάγεται στη δικαιοδοσία των τσεχικών δικαστηρίων, ενώ, κατά την άποψή της, τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφαίνονται επί υπόθεσης αφορώσας ζημία που επήλθε εντός του ίδιου κράτους μέλους από περιεχόμενο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, εφόσον το περιεχόμενο αυτό είναι προσβάσιμο εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Η Gtflix Tv υποστηρίζει ότι το cour d’appel de Lyon παρέβη το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, καθόσον απεφάνθη, προκειμένου να αποκλείσει τη διεθνή δικαιοδοσία των γαλλικών δικαστηρίων, ότι δεν αρκεί τα σχόλια που κρίθηκαν ως δυσφημιστικά να είναι προσβάσιμα εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου, αλλά ότι πρέπει επίσης τα σχόλια αυτά να παρουσιάζουν κάποιο τουλάχιστον ενδιαφέρον για τους χρήστες του διαδικτύου που κατοικούν στην περιφέρεια αυτή και να μπορούν να προκαλέσουν ζημία εντός αυτής.

17      Με γνώμονα την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan (C‑194/16, EU:C:2017:766), το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι τα γαλλικά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας να αποφανθούν επί του αιτήματος για διαγραφή των φερόμενων ως δυσφημιστικών σχολίων και για διόρθωση των στοιχείων διά της δημοσίευσης ανακοινώσεως, με το σκεπτικό ειδικότερα ότι το μεν κέντρο των συμφερόντων της Gtflix Tv βρισκόταν στην Τσεχική Δημοκρατία, ο δε DR κατοικούσε στην Ουγγαρία.

18      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ένα πρόσωπο το οποίο, θεωρώντας ότι υπέστη προσβολή των δικαιωμάτων του λόγω της διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων στο διαδίκτυο, ασκεί ένδικο βοήθημα με σκοπό τόσο τη διόρθωση των στοιχείων και τη διαγραφή του περιεχομένου, όσο και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που προκάλεσαν τα σχόλια αυτά, μπορεί να ζητήσει, ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμα τα εν λόγω σχόλια που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε εντός του κράτους μέλους αυτού, σύμφωνα με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. (C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685, σκέψεις 51 και 52) ή αν, κατ’ εφαρμογή της απόφασης της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan (C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 48), οφείλει να υποβάλει το αποζημιωτικό αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να διατάξει τη διόρθωση των στοιχείων και τη διαγραφή των δυσφημιστικών σχολίων.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 7, σημείο 2, του [κανονισμού 1215/2012] την έννοια ότι το πρόσωπο το οποίο, θεωρώντας ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά του λόγω της διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων στο διαδίκτυο, ασκεί ένδικο βοήθημα με σκοπό τόσο τη διόρθωση των σχετικών στοιχείων και τη διαγραφή του περιεχομένου όσο και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτουν από το περιεχόμενο αυτό, μπορεί να ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου κάθε κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμο περιεχόμενο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, σύμφωνα με την απόφαση [της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. (C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685, σκέψεις 51 και 52)], ή ότι, κατ’ εφαρμογή της απόφασης [της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan (C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 48)], το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να υποβάλει το αίτημα αυτό αποζημίωσης ενώπιον του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία να διατάξει τη διόρθωση των σχετικών στοιχείων και τη διαγραφή των δυσφημιστικών σχολίων;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

20      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο, θεωρώντας ότι υπέστη προσβολή των δικαιωμάτων του λόγω της διάδοσης δυσφημιστικών για αυτό σχολίων στο διαδίκτυο, ασκεί αγωγή ζητώντας ταυτόχρονα, αφενός, τη διαγραφή του περιεχομένου και τη διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και αφορούν το πρόσωπο αυτό και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την εν λόγω ανάρτηση, μπορεί να ζητήσει, ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμα τα εν λόγω σχόλια, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη στο κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου, μολονότι τα δικαστήρια αυτά δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί του αιτήματος διόρθωσης και διαγραφής.

21      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 προβλέπει ότι, ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.

22      Η ανωτέρω διάταξη είναι αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, οπότε η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία όσον αφορά την τελευταία διάταξη ισχύει επίσης και για εκείνη του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 (βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23      Κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας ειδικής δωσιδικίας των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς, με γνώμονα την οικονομία και τους σκοπούς του κανονισμού στον οποίο περιλαμβάνεται (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Ο συγκεκριμένος κανόνας ειδικής δωσιδικίας στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η αναγνώριση διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια αυτά για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργάνωσης της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού 1215/2012, η ύπαρξη στενού συνδέσμου θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου, ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να ενάγεται ο εναγόμενος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει, το δε στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, ιδίως σε διαφορές που αφορούν εξωσυμβατικές υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από παραβιάσεις της ιδιωτικότητας και προσβολές του δικαιώματος της προσωπικότητας, περιλαμβανομένης της δυσφήμισης (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 28)

26      Όσον αφορά δε τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως για λόγους εγγύτητας προς τη διαφορά και ευχέρειας συλλογής των αποδείξεων (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η φράση «τόπ[ος] όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, καθένας δε από τους δύο αυτούς τόπους μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχει ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      H απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά τη δυνατότητα προσφυγής στα γαλλικά δικαστήρια βάσει του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός. Αντιθέτως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα γαλλικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του τόπου όπου επήλθε η προβαλλόμενη ζημία. Επιπλέον, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η Gtflix Tv δεν ζήτησε να καταστούν μη προσβάσιμα εντός της γαλλικής επικράτειας τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης στοιχεία και σχόλια.

29      Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά αγωγές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μη υλικής ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε λόγω δυσφημιστικού άρθρου δημοσιευθέντος στον έντυπο Τύπο, ο παθών μπορεί να ασκήσει κατά του εκδότη αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου κυκλοφόρησε το δημοσίευμα και όπου, κατά τους ισχυρισμούς του παθόντος, προσβλήθηκε η υπόληψή του, τα οποία έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς επιδίκαση αποζημίωσης μόνον για τη ζημία που υπέστη ο παθών εντός του κράτους μέλους του επιληφθέντος δικαστηρίου (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995, Shevill κ.λπ., C‑68/93, EU:C:1995:61, σκέψη 33).

30      Όσον αφορά ειδικώς τους ισχυρισμούς περί προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω περιεχομένου που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, το πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται έχει την ευχέρεια να ασκήσει αγωγή με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης για το σύνολο της προκληθείσας ζημίας είτε ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου εγκατάστασης του προσώπου που διαδίδει το επίμαχο περιεχόμενο, βάσει του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του θιγόμενου προσώπου, βάσει του τόπου επέλευσης της ζημίας. Το θιγόμενο πρόσωπο έχει επίσης τη δυνατότητα, αντί της αγωγής για επιδίκαση αποζημιώσεως για το σύνολο της προκληθείσας ζημίας, να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου υπάρχει ή υπήρξε πρόσβαση σε περιεχόμενο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Τα εν λόγω δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιδικάσουν αποζημίωση αποκλειστικώς και μόνον για τη ζημία που επήλθε στο έδαφος του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ., C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685, σκέψη 52).

31      Τις ως άνω δυνατότητες προς άσκηση αγωγής έχει επίσης ένα νομικό πρόσωπο το οποίο ασκεί οικονομική δραστηριότητα και ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε συνεπεία της προσβολής της εμπορικής του φήμης λόγω της δημοσίευσης στο διαδίκτυο αναληθών περί αυτού στοιχείων και λόγω της μη διαγραφής σχολίων που το αφορούν (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 44).

32      Λαμβανομένου υπόψη ότι τα στοιχεία και το περιεχόμενο που αναρτώνται σε ιστότοπο είναι προσβάσιμα από παντού, καθώς και του γεγονότος ότι η έκταση της διάδοσής τους είναι κατ’ αρχήν καθολική, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, εντούτοις, ότι η αξίωση διόρθωσης των στοιχείων και διαγραφής του περιεχομένου είναι ενιαία και αδιαίρετη και, κατά συνέπεια, δύναται να προβληθεί μόνον ενώπιον δικαστηρίου το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί συνολικώς επί του αιτήματος αποκατάστασης της ζημίας και όχι ενώπιον δικαστηρίου που δεν έχει τη δικαιοδοσία αυτή (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 48).

33      Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από την ανάρτηση στοιχείων στο διαδίκτυο δύναται να προσφύγει, προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή του περιεχομένου και τη διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου εγκατάστασης του προσώπου που διαδίδει το εν λόγω περιεχόμενο είτε ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του θιγόμενου προσώπου.

34      Κατά το αιτούν δικαστήριο, λόγω της «αναγκαίας σχέσης εξάρτησης» που υφίσταται μεταξύ του αιτήματος για διαγραφή του περιεχομένου και διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και του συνακόλουθου αιτήματος για πλήρη ή μερική αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την ανάρτηση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα από τα δικαστήρια περί των οποίων έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί αμφοτέρων των αιτημάτων αυτών. Επομένως θα μπορούσε, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να δικαιολογηθεί τέτοια αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία.

35      Εντούτοις, η ως άνω απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατόν να απορρέει από το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, όπως αυτό ερμηνεύθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι, εν αντιθέσει προς το αίτημα για διόρθωση των στοιχείων και διαγραφή του περιεχομένου, το οποίο είναι ενιαίο και αδιαίρετο, το αίτημα για αποκατάσταση της ζημίας μπορεί να αφορά είτε πλήρη είτε μερική αποζημίωση. Ενώ όμως η μη ύπαρξη δυνατότητας υποβολής του αιτήματος για διαγραφή του περιεχομένου και διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο ενώπιον άλλου δικαστηρίου εκτός από εκείνο το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του συνολικού αιτήματος για αποκατάσταση της ζημίας δικαιολογείται από το ότι το αίτημα αυτό είναι ενιαίο και αδιαίρετο, αντιθέτως, δεν δικαιολογείται, για τον ίδιο λόγο, το να μην παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να υποβάλει το αίτημά του για μερική αποζημίωση ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εκτιμά ότι υπέστη ζημία.

36      Άλλωστε, η ανάγκη απονομής αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο του τόπου όπου είναι εγκατεστημένο το πρόσωπο που διαδίδει το επίμαχο περιεχόμενο στο διαδίκτυο ή στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του ενάγοντος δεν απορρέει, μεταξύ άλλων, εξ αυτού το οποίο το αιτούν δικαστήριο παρουσιάζει ως «αναγκαία σχέση εξάρτησης» μεταξύ, αφενός, του αιτήματος για διαγραφή του περιεχομένου και διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και, αφετέρου, του αιτήματος για αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την εν λόγω ανάρτηση. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που, ανεξαρτήτως της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζονται τα αιτήματα αυτά, το αντικείμενο, η αιτία και ο διαιρετός χαρακτήρας τους διαφέρουν, δεν είναι, από νομική άποψη, απαραίτητο να εξεταστούν συλλήβδην από ένα και μόνο δικαστήριο.

37      Τέτοια απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιβάλλεται εξάλλου ούτε χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

38      Συναφώς, το δικαστήριο το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί αποκλειστικώς και μόνον επί της επίμαχης ζημίας εντός του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του είναι απολύτως σε θέση να εκτιμήσει, στο πλαίσιο διαδικασίας διεξαγόμενης στο εν λόγω κράτος μέλος και λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν σε αυτό, την επέλευση και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας.

39      Επιπλέον, η δυνατότητα που έχει ο ενάγων να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, τα οποία έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν αποκλειστικώς και μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε εντός του κράτους μέλους στο οποίο έκαστο έχει την έδρα του, συμβάλλει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, όταν δεν μπορεί να προσδιορισθεί το κέντρο των συμφερόντων του ενάγοντος. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει το δικαίωμα να εναγάγει, δυνάμει του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, τον φερόμενο ως αυτουργό της προσβολής του δικαιώματός του προσωπικότητας, βάσει του τόπου επέλευσης της ζημίας, προκειμένου να λάβει συνολική αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία (βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 43). Αντιθέτως, το εν λόγω πρόσωπο μπορεί, κάνοντας χρήση της προμνησθείσας δυνατότητας και με την ίδια βάση, να έχει και το δικαίωμα αυτό προκειμένου να λάβει μερική αποζημίωση η οποία περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στη ζημία που προκλήθηκε εντός του κράτους μέλους του επιληφθέντος δικαστηρίου.

40      Επομένως, η επίτευξη του σκοπού περί διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης δεν διακυβεύεται από τη δυνατότητα που έχει ο ενάγων να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων τα οποία έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν αποκλειστικώς και μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε εντός του κράτους μέλους στο οποίο έκαστο εξ αυτών έχει την έδρα του.

41      Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απονομή στα ανωτέρω δικαστήρια διεθνούς δικαιοδοσίας να αποφανθούν αποκλειστικώς και μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε εντός του εδάφους του κράτους μέλους στο οποίο έκαστο εξ αυτών έχει την έδρα του εξαρτάται μόνον από την προϋπόθεση να είναι ή να υπήρξε το δυσφημιστικό περιεχόμενο προσβάσιμο στο εν λόγω έδαφος. Πράγματι, αντιθέτως προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1215/2012, το άρθρο 7, σημείο 2, του ίδιου κανονισμού δεν εισάγει κάποια επιπρόσθετη προϋπόθεση για τον προσδιορισμό του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου, όπως εκείνη κατά την οποία η δραστηριότητα ενός προσώπου πρέπει να «κατευθύνεται προς» το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2013, Pinckney, C‑170/12, EU:C:2013:635, σκέψη 42, και της 22ας Ιανουαρίου 2015, Hejduk, C‑441/13, EU:C:2015:28, σκέψη 32).

42      Πάντως, ο μέσω επιπρόσθετων προϋποθέσεων περιορισμός της δυνατότητας άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον ενός εκ των δικαστηρίων περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει ως συνέπεια τον εν τοις πράγμασι αποκλεισμό της εν λόγω δυνατότητας, ενώ, κατά την παρατεθείσα στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το πρόσωπο που θεωρεί ότι ζημιώθηκε πρέπει να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου επέλευσης της ζημίας.

43      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο, θεωρώντας ότι υπέστη προσβολή των δικαιωμάτων του λόγω της διάδοσης δυσφημιστικών για αυτό σχολίων στο διαδίκτυο, ασκεί αγωγή ζητώντας ταυτόχρονα, αφενός, τη διαγραφή του περιεχομένου και τη διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και αφορούν το πρόσωπο αυτό και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την εν λόγω ανάρτηση, μπορεί να ζητήσει, ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμα τα εν λόγω σχόλια, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη στο κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου, μολονότι τα δικαστήρια αυτά δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί του αιτήματος διόρθωσης και διαγραφής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο, θεωρώντας ότι υπέστη προσβολή των δικαιωμάτων του λόγω της διάδοσης δυσφημιστικών για αυτό σχολίων στο διαδίκτυο, ασκεί αγωγή ζητώντας ταυτόχρονα, αφενός, τη διαγραφή του περιεχομένου και τη διόρθωση των στοιχείων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και αφορούν το πρόσωπο αυτό και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την εν λόγω ανάρτηση, μπορεί να ζητήσει, ενώπιον των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους εντός του οποίου είναι ή ήταν προσβάσιμα τα εν λόγω σχόλια, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη στο κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου, μολονότι τα δικαστήρια αυτά δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί του αιτήματος διόρθωσης και διαγραφής.

ΔΕΕ της 28.4.2022 (υπόθεση C-804/21, C και CD κατά Syyttäjä): προθεσμία παράδοσης του εκζητούμενου βάσει ΕΕΣ- συνέπειες υπέρβασης της προθεσμίας

Παρατηρήσεις: Η απόφαση αυτή σε συνέχεια αντίστοιχων του ίδιου Δικαστηρίου διευκρινίζει τη διαδικασία εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ), μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης από τις δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης του ΕΕΣ, ερμηνεύοντας το άρθρο 23 της Απόφασης Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13.6.2002 (βλ. και άρθρο 27 Ν. 3251/2004). Τη διάταξη αυτή ερμηνεύει και η ΔΕΕ της 25.1.2017 (υπόθεση C-640/15, Tomas Vilkas), Αρμ (2017), 484 (με παρατ. Α.Τάκη)). Κατά τη διάταξη αυτή ορίζεται αρχικά ότι η προθεσμία προσαγωγής δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 10 ημέρες, ενώ αν η προσαγωγή του εκζητούμενου εντός της προθεσμίας αυτής αποδειχθεί αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη μέλη, ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών και η δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ συμφωνούν αμέσως για νέα ημερομηνία προσαγωγής, οπότε η προσαγωγή διενεργείται εντός 10 ημερών από τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία. Σε σχέση με τη διάταξη αυτή γίνονται δεκτά από το ΔΕΕ τα ακόλουθα: πρώτον, η (αντίστοιχη του άρθρου 27 παρ. 2 Ν. 3251/2004) διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 της Απόφασης-Πλαίσιο δεν αποκλείει την εφαρμογή της και σε περίπτωση που μετά την πρώτη συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών-μελών (εκζητούντος κράτους και κράτους εκτέλεσης του ΕΕΣ) για νέα ημερομηνία προσαγωγής εμφανιστεί και πάλι (ο ίδιος ή άλλος) λόγος ανώτερης βίας· δεύτερον, σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών και νέας ημερομηνίας για την προσαγωγή του εκζητούμενου, σύμφωνα με τα αμέσως προαναφερόμενα, οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης του ΕΕΣ δεν είναι υποχρεωμένες ούτε να απολύσουν τον καταζητούμενο, αν αυτός εξακολουθεί να κρατείται, αλλά ούτε και να διατάξουν τη συνέχιση της κράτησής του· τρίτον, η συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου σε μία τέτοια περίπτωση πρέπει να διατάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, μόνο καθόσον η διαδικασία της παράδοσης διεξήχθη με επαρκή επιμέλεια και συνεπώς η διάρκεια της κράτησης δεν είναι υπερβολική· τέταρτον, η έννοια της ανώτερης βίας στα πλαίσια της διάταξης αυτής πρέπει να ερμηνεύεται στενά και συγκεκριμένα γίνεται δεκτό ότι η ανώτερη βία μπορεί να δικαιολογήσει την παράταση της προθεσμίας παράδοσης του εκζητούμενου μόνο κατά το μέτρο που η παράδοσή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αποδεικνύεται «αδύνατη» εξαιτίας λόγου ανώτερης βίας, ενώ μόνο το γεγονός ότι η παράδοση του εκζητούμενου καθίσταται απλώς «δυσχερής» δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή του κανόνα της διάταξης αυτής· πέμπτον, η αντίσταση που προβάλλει στην παράδοσή του ο εκζητούμενος μπορεί εγκύρως να θεωρηθεί ως περίσταση ασυνήθης και ξένη προς τις ενδιαφερόμενες αρχές, αλλά καταρχήν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απρόβλεπτη περίσταση, ενόψει του ότι τα ενδιαφερόμενα κράτη διαθέτουν μέσα, τα οποία τους επιτρέπουν συνήθως να κάμψουν την αντίσταση που προβάλλει ο εκζητούμενος· έκτον, ως ανωτέρα βία δεν νοείται η κίνηση από τον εκζητούμενο νομικών διαδικασιών, στηριζόμενων στο δίκαιο του κράτους εκτέλεσης του ΕΕΣ, με σκοπό την προσβολή της παράδοσή του στις αρχές του κράτους έκδοσης του ΕΕΣ ή με συνέπεια την καθυστέρησης της παράδοσης αυτής, όταν η απόφαση για την παράδοση έχει ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης· έβδομον, η απαίτηση του άρθρου 23 παρ. 3 της Απόφασης Πλαίσιο για παρέμβαση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης δεν πληρούται, όταν το κράτος εκτέλεσης αναθέτει σε αστυνομική υπηρεσία να εξακριβώσει τη συνδρομή περίπτωσης ανώτερης βίας, καθώς και την τήρηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου και να καθορίσει νέα ημερομηνία παράδοσης, ακόμα και αν ο εκζητούμενος έχει ανά πάσα στιγμή δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστικής αρχής, προκειμένου αυτή να αποφανθεί για τα ζητήματα αυτά.

Χαράλαμπος Σεβαστίδης

Εφέτης

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 28ης Απριλίου 2022

 

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 23, παράγραφος 3 – Απαίτηση παρέμβασης της δικαστικής αρχής εκτέλεσης – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Αστυνομικές υπηρεσίες – Δεν εμπίπτουν – Ανωτέρα βία – Έννοια – Νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση – Κίνηση νομικών διαδικασιών από τον καταζητούμενο – Αίτηση διεθνούς προστασίας – Δεν εμπίπτει – Άρθρο 23, παράγραφος 5 – Παρέλευση των προθεσμιών παράδοσης – Συνέπειες – Απόλυση του κρατουμένου – Υποχρέωση λήψης κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου προς αποτροπή της διαφυγής»

Στην υπόθεση C‑804/21 PPU,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν κατά των

C,

CD,

κατά

Syyttäjä,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, J. Passer, F. Biltgen, N. Wahl και M. L. Arastey Sahún, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Μαρτίου 2022,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι C και CD, εκπροσωπούμενοι από τον H. Nevala, asianajaja,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Langer,

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane και L.-E. Baţagoi,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Grünheid και I. Söderlund,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, καθώς και του άρθρου 23, παράγραφοι 3 και 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκτέλεσης, στη Φινλανδία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης τα οποία εξέδωσε ρουμανικό δικαστήριο κατά των C και CD, Ρουμάνων υπηκόων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 8 και 9 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(8)      Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.

(9)      Ο ρόλος των κεντρικών αρχών κατά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να περιορίζεται σε πρακτική και διοικητική στήριξη.»

4        Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, με τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι [απόφαση δικαστικής αρχής] η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

  1. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.»

5        Κατά το άρθρο 6 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών»:

«1.      Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

  1. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

[…]»

6        Το άρθρο 7 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσφυγή στην κεντρική αρχή», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίσει μια κεντρική αρχή ή, εφόσον η έννομη τάξη του το προβλέπει, κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

  1. Ένα κράτος μέλος δύναται, εάν είναι αναγκαίο λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, να αναθέτει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και κάθε επίσημη αλληλογραφία που την ή τις αφορά.

[…]»

7        Το άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το οποίο επιγράφεται «Προθεσμία παράδοσης του προσώπου», ορίζει τα εξής:

«1.      Ο καταζητούμενος παραδίδεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών.

  1. Παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες αφότου εκδόθηκε η [τελεσίδικη] απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
  2. Εάν η παράδοση του καταζητουμένου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, αποδεικνύεται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη μέλη, η δικαστική αρχή εκτέλεσης και η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος επικοινωνούν αμέσως μεταξύ τους και συμφωνούν νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.
  3. Η παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον λ.χ. ευλόγως πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου. Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης γίνεται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.
  4. Κατά την παρέλευση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.»

 Το φινλανδικό δίκαιο

 Ο νόμος περί παραδόσεως

8        Οι εθνικές διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 περιλαμβάνονται στον laki rikoksen johdosta tapahtuvasta luovuttamisesta Suomen ja muiden Euroopan Unionin jäsenvaltioiden välillä (1286/2003) [νόμο περί παραδόσεως, λόγω διαπράξεως ποινικών αδικημάτων, μεταξύ της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και των λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1286/2003)], της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (στο εξής: νόμος περί παραδόσεως).

9        Κατά τα άρθρα 11, 19 και 37 του νόμου περί παραδόσεως, στη Φινλανδία, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης που είναι αρμόδιες να αποφανθούν για την παράδοση και τη συνέχιση της κράτησης είναι το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι, Φινλανδία) και, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία). Βάσει του άρθρου 44 του νόμου αυτού, αρμόδια για την εκτέλεση αποφάσεως παραδόσεως είναι η Keskusrikospoliisi (εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών, Φινλανδία).

10      Βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης παραδίδεται το ταχύτερο δυνατό στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που υπέβαλε το σχετικό αίτημα και σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών. Παραδίδεται δε το αργότερο δέκα ημέρες αφότου η απόφαση περί παραδόσεως καταστεί τελεσίδικη.

11      Σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου, εάν η παράδοση του εν λόγω προσώπου, εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 προθεσμίας, καθίσταται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας στη Φινλανδία ή στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα παράδοσης, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να συμφωνήσουν νέα ημερομηνία παράδοσης. Η παράδοση πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

12      Σύμφωνα με το άρθρο 48 του νόμου περί παραδόσεως, αν, μετά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα του 46 και 47, το οικείο πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, πρέπει να απολυθεί.

 Ο νόμος περί αλλοδαπών

13      Οι εθνικές διατάξεις περί ασύλου περιλαμβάνονται στον ulkomaalaislaki (301/2004) [νόμο περί αλλοδαπών (301/2004)], της 30ής Απριλίου 2004 (στο εξής: νόμος περί αλλοδαπών), ο οποίος αντιστοιχεί στις διατάξεις της Συμβάσεως περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)] και συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967. Οι διατάξεις του νόμου περί αλλοδαπών έχουν εφαρμογή σε όλους τους αλλοδαπούς που διαμένουν στη Φινλανδία, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών της Ένωσης.

14      Δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, του νόμου περί αλλοδαπών, αλλοδαπός έχει δικαίωμα παραμονής στη φινλανδική επικράτεια κατά τη διάρκεια της εξετάσεως της αιτήσεώς του, έως ότου εκδοθεί επί της αιτήσεως αυτής απόφαση καταστάσα απρόσβλητη ή έως ότου εκδοθεί εις βάρος του εκτελεστή απόφαση απομακρύνσεως.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Στις 19 και 27 Μαΐου 2015 εκδόθηκαν εις βάρος των Ρουμάνων υπηκόων C και CD, αντιστοίχως, ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης από ρουμανική δικαστική αρχή, για την εκτέλεση ποινής φυλάκισης πέντε ετών και παρεπόμενων ποινών τριών ετών (στο εξής, από κοινού: επίμαχα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης). Οι εν λόγω ποινές επιβλήθηκαν για διακίνηση επικίνδυνων και ιδιαιτέρως επικίνδυνων ναρκωτικών ουσιών και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

16      Εις βάρος των C και CD κινήθηκαν διαδικασίες εκτέλεσης των εν λόγω ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης στη Σουηδία. Με απόφαση της 8ης Απριλίου 2020, το Högsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο, Σουηδία) διέταξε την παράδοση του C στις ρουμανικές αρχές και, με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2020, το Svea hovrätt (εφετείο Στοκχόλμης, Σουηδία) διέταξε την παράδοση του CD στις ίδιες αρχές. Εντούτοις, αμφότεροι εγκατέλειψαν τη Σουηδία και μετέβησαν στη Φινλανδία πριν από την εκτέλεση των αποφάσεων περί παραδόσεως.

17      Στις 15 Δεκεμβρίου 2020, οι C και CD συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση στη Φινλανδία βάσει των επίμαχων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης.

18      Με αποφάσεις της 16ης Απριλίου 2021, το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) διέταξε την παράδοσή τους στις ρουμανικές αρχές. Κατόπιν αιτήματος των ρουμανικών αρχών, η εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών όρισε αρχικώς ως ημερομηνία παράδοσης την 7η Μαΐου 2021. Η αεροπορική μεταφορά των C και CD προς τη Ρουμανία ήταν αδύνατο να οργανωθεί πριν από την ημερομηνία αυτή λόγω της πανδημίας της νόσου COVID‑19.

19      Στις 3 Μαΐου 2021, οι C και CD άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Στις 4 Μαΐου 2021, το δικαστήριο αυτό απαγόρευσε προσωρινώς την εκτέλεση των αποφάσεων περί παραδόσεως. Στις 31 Μαΐου 2021, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις αναιρέσεως, με αποτέλεσμα να παύσει να ισχύει η προσωρινή διάταξη περί μη εκτελέσεως των εν λόγω αποφάσεων περί παραδόσεως.

20      Ως δεύτερη ημερομηνία παράδοσης ορίστηκε η 11η Ιουνίου 2021. Εντούτοις, η παράδοση αυτή αναβλήθηκε εκ νέου, λόγω της έλλειψης απευθείας αεροπορικών δρομολογίων προς τη Ρουμανία και της αδυναμίας οργάνωσης αεροπορικής μεταφοράς μέσω άλλου κράτους μέλους εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος.

21      Οι C και CD υπέβαλαν ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ελσίνκι) και του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου) πλείονες άλλες αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως των αποφάσεων περί παραδόσεως. Άπασες οι εν λόγω αιτήσεις απορρίφθηκαν ή κρίθηκαν απαράδεκτες.

22      Ως τρίτη ημερομηνία παράδοσης ορίστηκε η 17η Ιουνίου 2021 για τον CD και η 22α Ιουνίου 2021 για τoν C. Ωστόσο, η πραγματοποίησή της στάθηκε εκ νέου αδύνατη, αυτή τη φορά, λόγω της υποβολής από τους C και CD αιτήσεων διεθνούς προστασίας στη Φινλανδία. Με αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 2021, η Maahanmuuttovirasto (Εθνική Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως, Φινλανδία) απέρριψε τις εν λόγω αιτήσεις. Οι C και CD άσκησαν προσφυγή κατά των σχετικών αποφάσεων ενώπιον του hallinto-oikeus (διοικητικού πρωτοδικείου, Φινλανδία).

23      Στη συνέχεια, οι C και CD προσέφυγαν ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ελσίνκι) με αίτημα, αφενός, την απόλυσή τους με την αιτιολογία ότι η προθεσμία παραδόσεως είχε παρέλθει και, αφετέρου, την αναβολή της παραδόσεώς τους λόγω των αιτήσεών τους διεθνούς προστασίας. Με αποφάσεις της 8ης και 29ης Οκτωβρίου 2021, το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι) απέρριψε τις εν λόγω προσφυγές ως απαράδεκτες.

24      Η κύρια δίκη αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν οι C και CD κατά των τελευταίων αυτών αποφάσεων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως, οι C και CD προβάλλουν τους ίδιους λόγους με εκείνους που απορρίφθηκαν από το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι). Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η syyttäjä (εισαγγελική αρχή, Φινλανδία) ζήτησε να συνεχιστεί η κράτηση των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης και να μην αναβληθεί η εκτέλεση της παράδοσής τους στις ρουμανικές αρχές.

25      Με απόφαση αρχής της 8ης Δεκεμβρίου 2021, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι τα πρόσωπα για τα οποία εκδόθηκε απόφαση περί παραδόσεως δικαιούνται να εξεταστεί από δικαστή η αίτηση που υπέβαλαν όσον αφορά τη συνέχιση της κρατήσεώς τους. Προς αποφυγή οποιασδήποτε καθυστέρησης, το εν λόγω δικαστήριο επελήφθη κατευθείαν της υποθέσεως της κύριας δίκης.

26      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τόσο από διαδικαστικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως.

27      Πρώτον, όσον αφορά τα διαδικαστικά ζητήματα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την ως άνω διάταξη όσον αφορά την εκτίμηση της συνδρομής περιπτώσεως ανωτέρας βίας.

28      Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου, οι κανόνες του εθνικού δικαίου αναθέτουν στην εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών τα καθήκοντα που συνδέονται με την εκτέλεση της παράδοσης όταν η δικαστική απόφαση περί παραδόσεως καταστεί τελεσίδικη. Με την απόφασή του, το δικαστήριο δεν επιβάλλει δεσμεύσεις σε σχέση με την ημερομηνία παραδόσεως, αλλά η απόφαση αυτή εκτελείται τηρουμένων των προθεσμιών που προβλέπονται προς τούτο από τον νόμο περί παραδόσεως, συμφώνως προς την απόφαση-πλαίσιο 2002/584.

29      Επίσης, κατά το αιτούν δικαστήριο, η εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών μεριμνά για την πρακτική εφαρμογή της αποφάσεως περί παραδόσεως, επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης, εάν η παράδοση δεν πραγματοποιηθεί –όπως στην περίπτωση της κύριας δίκης– εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών.

30      Κατά τη νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου, ο κρατούμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει ανά πάσα στιγμή στο αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου αυτό να εξετάσει εάν η κράτησή του εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο δικαστήριο να εκτιμήσει, μεταξύ άλλων, αν η παράλειψη της παράδοσης οφείλεται σε περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Αντιθέτως, η εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών και οι λοιπές αρχές δεν υποβάλλουν σε συστηματική βάση στην κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου το ζήτημα της συνέχισης της κρατήσεως.

31      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, επομένως, εάν μια τέτοια εθνική διαδικασία είναι συμβατή με το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και ποιες θα ήταν οι συνέπειες σε περίπτωση που δεν κριθεί συμβατή.

32      Δεύτερον, όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα που σχετίζονται με το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η έννοια της ανωτέρας βίας καλύπτει τα νομικά εμπόδια που οφείλονται στην εθνική νομοθεσία κράτους μέλους και έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της παράδοσης εντός της αρχικώς προβλεφθείσας προθεσμίας.

33      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas (C‑640/15, EU:C:2017:39), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της ανωτέρας βίας μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση κατά την οποία η παράδοση καθίσταται αδύνατη λόγω προβολής σωματικής αντίστασης από τον κρατούμενο, εφόσον, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, δεν κατέστη δυνατό η αντίσταση αυτή να προβλεφθεί από τις δικαστικές αρχές εκτελέσεως και εκδόσεως και οι συνέπειές της όσον αφορά την παράδοση να αποφευχθούν, παρά την επιμέλεια που επέδειξαν οι εν λόγω αρχές.

34      Πλην όμως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, μολονότι η πανδημία της νόσου COVID‑19 δυσχέρανε την πρακτική εφαρμογή της παραδόσεως και την τήρηση των προθεσμιών, τα κύρια εμπόδια ως προς την παράδοση αυτή ήταν η απαγόρευση εκτελέσεως που επέβαλε το αιτούν δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εξέτασης των αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι C και CD, καθώς και οι αιτήσεις ασύλου που επίσης υπέβαλαν οι τελευταίοι. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα παραμονής στη φινλανδική επικράτεια κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αιτήσεώς του ή έως ότου εκδοθεί απόφαση για την απομάκρυνσή του.

35      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο της 23, παράγραφος 5, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης παραδόσεως κρατουμένου, την έννοια ότι επιβάλλει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου την υποχρέωση να ορίσει νέα ημερομηνία παραδόσεως και να εξακριβώσει κατά πόσον συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας και κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για την κράτηση ή συνάδει επίσης προς την απόφαση-πλαίσιο διαδικασία κατά την οποία το δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία αυτά μόνο κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερόμενων προσώπων; Αν θεωρηθεί ότι για την παράταση της προθεσμίας αυτής απαιτείται η παρέμβαση της δικαστικής αρχής, συνεπάγεται η απουσία τέτοιας παρεμβάσεως την παρέλευση των προβλεπόμενων στην απόφαση-πλαίσιο προθεσμιών, με αποτέλεσμα να πρέπει ο κρατούμενος να απολυθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584;

2)      Έχει το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 την έννοια ότι ο όρος “ανωτέρα βία” καλύπτει επίσης νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση τα οποία οφείλονται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους εκτελέσεως, όπως η διαταχθείσα μη εκτέλεση για όσο διάστημα διαρκεί η ένδικη διαδικασία ή το δικαίωμα του αιτούντος άσυλο να παραμείνει στο κράτος εκτελέσεως έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς του για χορήγηση ασύλου;»

 Επί του αιτήματος εφαρμογής της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας

36      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 23α, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

37      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για την εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας.

38      Αφενός, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η οποία άπτεται των τομέων τους οποίους αφορά ο τίτλος V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, η αίτηση αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 23α, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 107, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

39      Αφετέρου, όσον αφορά το κριτήριο του επείγοντος, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το κριτήριο αυτό πληρούται όταν ο ενδιαφερόμενος στην υπόθεση της κύριας δίκης στερείται της ελευθερίας του κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και η συνέχιση της κρατήσεώς του εξαρτάται από την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2015, Lanigan, C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 24, και της 16ης Νοεμβρίου 2021, Governor of Cloverhill Prison κ.λπ., C‑479/21 PPU, EU:C:2021:929, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Συναφώς, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι C και CD στερούνταν πράγματι την ελευθερία τους κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αυτής.

41      Επιπλέον, τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, του οποίου η παράγραφος 5 προβλέπει την απόλυση του καταζητουμένου, σε περίπτωση παρέλευσης των προθεσμιών των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου αυτού. Επομένως, ανάλογα με την απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να υποχρεωθεί να διατάξει την απόλυση των C και CD.

42      Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε στις 17 Ιανουαρίου 2022, κατόπιν πρότασης της εισηγήτριας δικαστή και αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

43      Με το δεύτερο ερώτημά του, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι ο όρος ανωτέρα βία καλύπτει τα νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση που απορρέουν από την εκ μέρους του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κίνηση νομικών διαδικασιών στηριζομένων στο δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, όταν η τελεσίδικη απόφαση για την παράδοση έχει ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

44      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διαμορφωθείσα στο πλαίσιο διαφόρων τομέων του δικαίου της Ένωσης, η έννοια της ανωτέρας βίας πρέπει να νοείται ως καλύπτουσα ξένες προς τον επικαλούμενο την ανωτέρα βία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε επιδειχθεί (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Επιπλέον, η κατά το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έννοια της ανωτέρας βίας πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη συνιστά παρέκκλιση από τον κανόνα του άρθρου 23, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 56).

46      Όσον αφορά τα νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση τα οποία απορρέουν από την κίνηση νομικών διαδικασιών εκ μέρους του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, επισημαίνεται βεβαίως ότι τα εμπόδια αυτά δεν σχετίζονται με τη συμπεριφορά των αρχών του κράτους μέλους εκτέλεσης και οι συνέπειές τους, ήτοι η αδυναμία παράδοσης του προσώπου αυτού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε επιδειχθεί.

47      Εντούτοις, και όπως ορθώς παρατήρησαν οι C και CD, η Ρουμανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κίνηση νομικών διαδικασιών εκ μέρους του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο πλαίσιο διαδικασιών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, με σκοπό την προσβολή της παράδοσής του στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος ή με συνέπεια την καθυστέρηση της παραδόσεως αυτής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απρόβλεπτη περίσταση.

48      Κατά συνέπεια, τέτοια νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση, τα οποία απορρέουν από νομικές διαδικασίες που κίνησε το πρόσωπο αυτό, δεν είναι δυνατόν να συνιστούν ανωτέρα βία κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

49      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προθεσμίες παράδοσης που προβλέπονται στο άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου δεν μπορούν να θεωρηθούν ανασταλείσες λόγω εκκρεμών διαδικασιών στο κράτος μέλος εκτελέσεως, τις οποίες κίνησε το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όταν η τελεσίδικη απόφαση για την παράδοση έχει ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Ως εκ τούτου, οι αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης παραμένουν κατ’ αρχήν υποχρεωμένες να παραδώσουν το ως άνω πρόσωπο στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος εντός των εν λόγω προθεσμιών.

50      Κατά το τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας παραδόσεως, το οποίο διέπεται από το άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου, όλα τα νομικά στοιχεία έχουν, κατ’ αρχήν, εξεταστεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, η οποία έχει ήδη, εξ ορισμού, εκδώσει τελεσίδικη απόφαση επί της παραδόσεως.

51      Η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται επίσης από τον σκοπό της επιτάχυνσης και της απλούστευσης της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, τον οποίο επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο αποβλέπει, μέσω της δημιουργίας ενός νέου απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παράδοσης των ατόμων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να καταστεί, δηλαδή, ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στηριζόμενος στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 2013, Radu, C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 34, και της 17ης Μαρτίου 2021, JR (Ένταλμα σύλληψης – Καταδίκη σε τρίτο κράτος, μέλος του ΕΟΧ), C‑488/19, EU:C:2021:206, σκέψη 71].

52      Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι νομικές διαδικασίες που κινήθηκαν από τους C και CD αφορούσαν, έστω και εμμέσως, προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος την οποία τα πρόσωπα αυτά δεν θα μπορούσαν να είχαν επικαλεστεί ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτελέσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως για την παράδοση σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

53      Όσον αφορά, ειδικότερα, τις αιτήσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας που υπέβαλαν στη Φινλανδία οι C και CD, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι τελευταίοι προκύπτει ότι οι εν λόγω αιτήσεις στηρίζονταν κατά μεγάλο μέρος σε επιχειρήματα αφορώντα τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ήτοι στη Ρουμανία, και αντλούμενα από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από τις αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru (C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198), της 25ης Ιουλίου 2018, Generalstaatsanwaltschaft (Συνθήκες κρατήσεως στην Ουγγαρία) (C‑220/18 PPU, EU:C:2018:589), καθώς και της 15ης Οκτωβρίου 2019, Dorobantu (C‑128/18, EU:C:2019:857). Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι τα επιχειρήματα αυτά προβλήθηκαν από τους C και CD ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτελέσεως κατά τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση των τελεσιδίκων αποφάσεων σχετικά με την παράδοση.

54      Επιπλέον, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το μοναδικό άρθρο του πρωτοκόλλου (αριθ. 24) για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη ΛΕΕ, ορίζει ότι, δεδομένου του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών στα κράτη μέλη της Ένωσης, τα κράτη μέλη θεωρούνται ότι συνιστούν έναντι αλλήλων ασφαλείς χώρες καταγωγής, για όλα τα νομικά και πρακτικά ζητήματα σχετικά με τις υποθέσεις ασύλου.

55      Το ίδιο άρθρο προβλέπει περαιτέρω ότι, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αίτηση ασύλου υποβαλλόμενη από υπήκοο κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να κηρυχθεί παραδεκτή σε διαδικασία άλλου κράτους μέλους μόνο σε τέσσερις, εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις.

56      Πλην όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η κατάσταση των C και CD εμπίπτει σε μία από τις τέσσερις περιπτώσεις που προβλέπονται στο μοναδικό άρθρο του εν λόγω πρωτοκόλλου, ως προς το οποίο, εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα στο Δικαστήριο.

57      Επισημαίνεται, τέλος, ότι η αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας δεν περιλαμβάνεται στους λόγους μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που απαριθμούνται στα άρθρα 3 και 4 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, B., C‑306/09, EU:C:2010:626, σκέψεις 43 έως 46).

58      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι ο όρος ανωτέρα βία δεν καλύπτει τα νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση που απορρέουν από την εκ μέρους του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κίνηση νομικών διαδικασιών στηριζομένων στο δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, όταν η τελεσίδικη απόφαση για την παράδοση έχει ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

59      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, αφενός, εάν το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, πληρούται όταν το κράτος μέλος εκτελέσεως αναθέτει σε αστυνομική υπηρεσία να εξακριβώσει τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας καθώς και την τήρηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνέχιση της κράτησης του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και να καθορίσει, κατά περίπτωση, νέα ημερομηνία παράδοσης, εξυπακουομένου ότι το πρόσωπο αυτό δικαιούται να προσφύγει ανά πάσα στιγμή ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτελέσεως προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί των προαναφερθέντων στοιχείων. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν το άρθρο 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 23 πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν παρέλθει, με συνέπεια το εν λόγω πρόσωπο να πρέπει να απολυθεί, σε περίπτωση που πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως.

60      Σε περίπτωση ανωτέρας βίας που εμποδίζει την παράδοση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου προκύπτει ότι εναπόκειται στις οικείες δικαστικές αρχές εκτελέσεως και εκδόσεως του εντάλματος να έλθουν αμέσως σε επαφή μεταξύ τους και να συμφωνήσουν νέα ημερομηνία παραδόσεως.

61      Το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι η έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, καλύπτει, όπως και η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης», στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, είτε έναν δικαστή ή ένα δικαστήριο είτε μια δικαστική αρχή, όπως η εισαγγελία κράτους μέλους, που μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης στο κράτος μέλος αυτό και διαθέτει την απαιτούμενη ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία [απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία), C‑510/19, EU:C:2020:953, σκέψη 54].

62      Αντιθέτως, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αστυνομικές αρχές ενός κράτους μέλους δεν εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής» κατά το άρθρο 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 [πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία), C‑510/19, EU:C:2020:953, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

63      Επομένως, η παρέμβαση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως την οποία απαιτεί το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου, για την κρίση σχετικά με την ύπαρξη ανωτέρας βίας καθώς και, κατά περίπτωση, για τον καθορισμό νέας ημερομηνίας παραδόσεως, δεν μπορεί να ανατεθεί σε αστυνομική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως, όπως είναι η εθνική αστυνομική υπηρεσία ερευνών στη διαφορά της κύριας δίκης.

64      Βεβαίως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να ορίζουν μία ή περισσότερες «κεντρικές αρχές» για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι οι αστυνομικές υπηρεσίες ενός κράτους μέλους ενδέχεται να εμπίπτουν στην έννοια των «κεντρικών αρχών» κατά το άρθρο 7 (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C‑452/16 PPU, EU:C:2016:858, σκέψη 42).

65      Εντούτοις, από το προαναφερθέν άρθρο 7, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 9 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, προκύπτει ότι η παρέμβαση μιας τέτοιας κεντρικής αρχής πρέπει να περιορίζεται στην πρακτική και διοικητική επικουρία των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 δυνατότητα δεν δύναται να διευρυνθεί σε βαθμό τέτοιον ώστε να επιτραπεί στα κράτη μέλη να αντικαταστήσουν με την κεντρική αυτή αρχή τις αρμόδιες δικαστικές αρχές όσον αφορά την εκτίμηση της υπάρξεως περιπτώσεως ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου, καθώς και, ενδεχομένως, τον καθορισμό νέας ημερομηνίας παραδόσεως (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C‑452/16 PPU, EU:C:2016:858, σκέψη 42).

66      Πράγματι, και όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 73 έως 76 των προτάσεών της, η εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη ανωτέρας βίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθώς και, ενδεχομένως, ο καθορισμός νέας ημερομηνίας παραδόσεως αποτελούν αποφάσεις σχετικές με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τις οποίες πρέπει να λαμβάνει η δικαστική αρχή εκτελέσεως δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 8 αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, και όπως συνομολογεί και το αιτούν δικαστήριο, οι αποφάσεις αυτές υπερβαίνουν το πλαίσιο της απλής «πρακτικής και διοικητικής επικουρίας» που μπορεί να ανατεθεί σε αστυνομικές υπηρεσίες δυνάμει του άρθρου 7 της αποφάσεως-πλαισίου, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 9 της ίδιας αποφάσεως.

67      Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την έλλειψη παρέμβασης της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 2 έως 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, έχουν παρέλθει.

68      Πράγματι, η διαπίστωση ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας από τις αστυνομικές υπηρεσίες του κράτους μέλους εκτελέσεως, και ο συνακόλουθος καθορισμός νέας ημερομηνίας παραδόσεως, χωρίς παρέμβαση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τούτο δε ανεξάρτητα από το υποστατό της ανωτέρας βίας.

69      Κατά συνέπεια, ελλείψει παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 2 έως 4, της αποφάσεως-πλαισίου δεν μπορούν να παραταθούν εγκύρως κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, πρέπει να θεωρηθεί, για την εφαρμογή της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου, ότι οι εν λόγω προθεσμίες έχουν παρέλθει.

70      Δεύτερον, είναι αναγκαίο να υπομνησθούν οι συνέπειες της παρέλευσης των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 2 έως 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

71      Βεβαίως, από τη διατύπωση του άρθρου 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προκύπτει ρητώς ότι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εάν κατά την παρέλευση των προθεσμιών εξακολουθεί να κρατείται, πρέπει να απολύεται. Καμία εξαίρεση δεν προβλέπεται από την υποχρέωση αυτή που υπέχει το κράτος μέλος εκτελέσεως σε μια τέτοια περίπτωση.

72      Πλην όμως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν όρισε ότι η παρέλευση των προθεσμιών αυτών είχε οποιαδήποτε άλλη συνέπεια και, ιδίως, δεν προέβλεψε ότι στερούσε από τις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να συμφωνούν νέα ημερομηνία παραδόσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου ή ότι απάλλασσε το κράτος μέλος εκτελέσεως από την υποχρέωση να εκτελέσει ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 70).

73      Εξάλλου, ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, και του άρθρου 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 υπό την έννοια ότι, μετά την πάροδο των προθεσμιών του άρθρου 23 της αποφάσεως-πλαισίου, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν υποχρεούται πλέον να προβεί σε παράδοση του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ούτε να συμφωνήσει, προς τούτο, με τη δικαστική αρχή εκδόσεως νέα ημερομηνία παραδόσεως ενδέχεται να δυσχεράνει την επίτευξη του σκοπού της επιτάχυνσης και απλούστευσης της δικαστικής συνεργασίας τον οποίο επιδιώκει η απόφαση‑πλαίσιο, καθόσον η ερμηνεία αυτή μπορεί, μεταξύ άλλων, να υποχρεώσει το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος να εκδώσει δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προκειμένου να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή νέας διαδικασίας παραδόσεως (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 71).

74      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η πάροδος και μόνον των προβλεπομένων στο άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προθεσμιών δεν μπορεί να συνεπάγεται την δυνατότητα απαλλαγής του κράτους μέλους εκτελέσεως από την υποχρέωσή του να συνεχίσει τη διαδικασία εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και να προβεί στην παράδοση του καταζητουμένου, προς τον σκοπό δε αυτό οι οικείες αρχές οφείλουν να συμφωνήσουν νέα ημερομηνία παράδοσης (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 72).

75      Επιπλέον, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών της, λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του κράτους μέλους εκτελέσεως να συνεχίσει τη διαδικασία εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αυτού υποχρεούται, σε περίπτωση απολύσεως του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ένταλμα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί η διαφυγή του προσώπου αυτού, με εξαίρεση στερητικά της ελευθερίας μέτρα.

76      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, αφενός, το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, δεν πληρούται όταν το κράτος μέλος εκτελέσεως αναθέτει σε αστυνομική υπηρεσία να εξακριβώσει τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας καθώς και την τήρηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνέχιση της κράτησης του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και να καθορίσει, κατά περίπτωση, νέα ημερομηνία παράδοσης, τούτο δε ισχύει ακόμη και εάν το πρόσωπο αυτό δικαιούται να προσφύγει ανά πάσα στιγμή ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτελέσεως προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί των προαναφερθέντων στοιχείων. Αφετέρου, το άρθρο 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/584 έχει την έννοια ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 23 πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν παρέλθει, με συνέπεια το εν λόγω πρόσωπο να πρέπει να απολυθεί, όταν δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 23, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

77      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι ο όρος ανωτέρα βία δεν καλύπτει τα νομικά εμπόδια ως προς την παράδοση που απορρέουν από την εκ μέρους του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κίνηση νομικών διαδικασιών στηριζομένων στο δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, όταν η τελεσίδικη απόφαση για την παράδοση έχει ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

2)      Το άρθρο 23, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια ότι η απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, δεν πληρούται όταν το κράτος μέλος εκτελέσεως αναθέτει σε αστυνομική υπηρεσία να εξακριβώσει τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας καθώς και την τήρηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνέχιση της κράτησης του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και να καθορίσει, κατά περίπτωση, νέα ημερομηνία παράδοσης, τούτο δε ισχύει ακόμη και εάν το πρόσωπο αυτό δικαιούται να προσφύγει ανά πάσα στιγμή ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτελέσεως προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί των προαναφερθέντων στοιχείων.

Το άρθρο 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφασηπλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 23 πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν παρέλθει, με συνέπεια το εν λόγω πρόσωπο να πρέπει να απολυθεί, όταν δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 23, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου απαίτηση παρεμβάσεως της δικαστικής αρχής εκτελέσεως.

 

ΔΕΕ της 22.9.2022 (υπόθεση C-159/21, GM κατά Országos Idegenrendézeti Főigazgatóság, Alkotmányvédelmi Hivatal, Terrorelhárítási Központ): ανάκληση διεθνούς προστασίας για λόγους εθνικής ασφάλειας- πρόσβαση στον φάκελο

Παρατηρήσεις: Με την απόφαση αυτή το ΔΕΕ έκρινε, σε σχέση με την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας λόγω της διαπίστωσης κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην ουγγρική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο ενδιαφερόμενος ή ο εκπρόσωπός του έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο μόνον εκ των υστέρων, κατόπιν αδείας, και δίχως να τους έχουν κοινοποιηθεί οι λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκε η σχετική απόφαση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 22ας Σεπτεμβρίου 2022

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας – Ανάκληση του καθεστώτος – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας – Κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια – Γνωμοδότηση ειδικής αρχής – Πρόσβαση στον φάκελο»

Στην υπόθεση C‑159/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο Βουδαπέστης‑Πρωτευούσης, Ουγγαρία) με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Μαρτίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

GM

κατά

Országos Idegenrendézeti Főigazgatóság,

Alkotmányvédelmi Hivatal,

Terrorelhárítási Központ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, I. Ziemele, P. G. Xuereb και A. Kumin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο GM, εκπροσωπούμενος από την B. Pohárnok, ügyvéd,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Ζ. Fehér, την R. Kissné Berta και τον M. Tátrai,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και A. Hanje,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. Azéma, L. Grønfeldt και A. Tokár,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 14 και 17 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9), των άρθρων 4, 10, 11, 12, 23 και 45 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60), καθώς και των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής που άσκησε ο GM, υπήκοος τρίτης χώρας, κατά της αποφάσεως της Országos Idegenrendézeti Főigazgatóság (Εθνικής Γενικής Διευθύνσεως της Αστυνομίας Μεταναστών, Ουγγαρία, στο εξής: γενική διεύθυνση) περί ανακλήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα και περί αρνήσεως χορηγήσεως σε αυτόν του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.

 Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2011/95

3        Το άρθρο 2, στοιχεία δʹ και στʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

[…]

δ)      “πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12·

[…]

στ)      “πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2, και που δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας».

4        Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας καθορίζει τις περιπτώσεις αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα.

5        Το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς που χορηγήθηκε σε πρόσφυγα από κυβερνητικό, διοικητικό, δικαστικό ή οιονεί δικαστικό όργανο, όταν:

α)      μπορεί για εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται».

6        Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής δεν δικαιούται επικουρική προστασία όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρείται ότι:

[…]

β)      έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα·

[…]

δ)      συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται.»

 Η οδηγία 2013/32

7        Οι αιτιολογικές σκέψεις 16, 20, 34 και 49 της οδηγίας 2013/32 έχουν ως εξής:

«(16)      Είναι βασικό να λαμβάνονται οι αποφάσεις για όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας με βάση τα γεγονότα και πρωτίστως από αρχές το προσωπικό των οποίων έχει την απαραίτητη γνώση ή κατάρτιση στον τομέα της διεθνούς προστασίας.

[…]

(20)      Σε αυστηρά καθορισμένες περιστάσεις, όταν η αίτηση είναι πιθανώς αβάσιμη ή όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία εξέτασης, ιδίως με την πρόβλεψη μικρότερων αλλά εύλογων προθεσμιών για ορισμένα διαδικαστικά βήματα, με την επιφύλαξη διεξαγωγής επαρκούς και πλήρους εξέτασης και εφόσον ο αιτών έχει πραγματικά πρόσβαση σε βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

[…]

(34)      Οι διαδικασίες εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας θα πρέπει να είναι τέτοιες ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εξετάζουν ενδελεχώς τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας.

[…]

(49)      Όσον αφορά την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα άτομα που τυγχάνουν διεθνούς προστασίας ενημερώνονται δεόντως για την πιθανή επανεξέταση του καθεστώτος τους και έχουν τη δυνατότητα ακροάσεως προτού οι αρχές λάβουν αιτιολογημένη απόφαση ανάκλησής του.»

8        Το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

[…]

στ)      “αποφαινόμενη αρχή”: κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις».

9        Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, της εν λόγω οδηγίας έχει ως ακολούθως:

«1.      Για όλες τις διαδικασίες, τα κράτη μέλη ορίζουν αποφαινόμενη αρχή υπεύθυνη για τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται στην εν λόγω αρχή τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

  1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι υπεύθυνη είναι αρχή διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προς τους εξής σκοπούς:

α)      διεκπεραίωση υποθέσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31)]· και

β)      χορήγηση ή άρνηση εισόδου στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 43, υπό τους όρους όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό και βάσει της αιτιολογημένης γνώμης της αποφαινόμενης αρχής.

  1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να είναι καλά καταρτισμένο. Προς τούτο, τα κράτη μέλη παρέχουν σχετική κατάρτιση […]. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης υπόψη τη σχετική κατάρτιση που αποφασίζεται και αναπτύσσεται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ). Τα πρόσωπα τα οποία διενεργούν τη συνέντευξη του αιτούντος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία διαθέτουν επίσης γενική γνώση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του αιτούντος για συνέντευξη, όπως ενδείξεις ότι ο αιτών μπορεί να έχει υποστεί βασανισμό κατά το παρελθόν.»

10      Το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«2.      Κατά την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η αποφαινόμενη αρχή εξακριβώνει καταρχάς κατά πόσον οι αιτούντες μπορούν να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες και, σε αντίθετη περίπτωση, εξακριβώνει κατά πόσον οι αιτούντες δικαιούνται επικουρικής προστασίας.

  1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις της αποφαινόμενης αρχής επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας να λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

[…]

δ)      το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις να μπορεί να ζητήσει συμβουλές, εφόσον είναι αναγκαίο, από εμπειρογνώμονες επί ειδικών ζητημάτων, π.χ. επί ιατρικών, πολιτιστικών ή θρησκευτικών ζητημάτων ή ζητημάτων που άπτονται των παιδιών ή του φύλου.»

11      Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις για τη λήψη απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε, όταν απορρίπτεται αίτηση όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας, να αναφέρονται στην απόφαση οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι και να δίδονται γραπτώς πληροφορίες για τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής απόφασης.

[…]»

12      Το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής προβλέπει πλείονες εγγυήσεις για τους αιτούντες.

13      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο νομικός ή άλλος σύμβουλος, που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας και που παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση σε αιτούντα βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του αιτούντος βάσει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί απόφαση.

Τα κράτη μέλη δύνανται να κάνουν εξαίρεση όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες ή την ασφάλεια των προσώπων τα οποία αφορούν οι πληροφορίες ή εάν θίγονται οι έρευνες σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή οι διεθνείς σχέσεις των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη:

α)      καθιστούν προσβάσιμες στις αρχές που αναφέρονται στο κεφάλαιο V τις εν λόγω πληροφορίες ή πηγές· και

β)      θεσπίζουν στο εθνικό δίκαιο διαδικασίες που εξασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του αιτούντος.

Όσον αφορά το στοιχείο β), τα κράτη μέλη μπορούν, ιδίως, να παρέχουν σε νομικό ή άλλο σύμβουλο, ο οποίος έχει υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας, πρόσβαση στις συγκεκριμένες πληροφορίες ή πηγές, εφόσον οι πληροφορίες έχουν σημασία για την εξέταση της αίτησης ή για τη λήψη απόφασης περί ανάκλησης της διεθνούς προστασίας.»

14      Το άρθρο 45 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο ανάκλησης διεθνούς προστασίας υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς […], ο ενδιαφερόμενος απολαύει των ακόλουθων εγγυήσεων:

α)      ενημερώνεται εγγράφως ότι η αρμόδια αρχή επανεξετάζει αν συγκεντρώνει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας και ενημερώνεται επίσης για τους λόγους της επανεξέτασης αυτής και

β)      έχει τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης […], τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να ανακληθεί η διεθνής προστασία του.

[…]

  1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει τη διεθνή προστασία δίδεται γραπτώς. Η απόφαση αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους και παρέχονται γραπτώς πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσβολής της απόφασης.
  2. Μόλις ληφθεί από την αρμόδια αρχή η απόφαση περί ανάκλησης διεθνούς προστασίας, ισχύουν εξίσου τα άρθρα 20 και 22, το άρθρο 23 παράγραφος 1 και το άρθρο 29.
  3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η διεθνής προστασία εκπνέει εκ του νόμου εάν ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει παραιτηθεί κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ένα κράτος μέλος μπορεί ακόμη να θεσπίσει διάταξη σύμφωνα με την οποία η διεθνής προστασία εκπνέει εκ του νόμου σε περίπτωση που ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει αποκτήσει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους.»

15      Το άρθρο 46, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο V αυτής, με τίτλο «Διαδικασίες άσκησης ένδικου [βοηθήματος]», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

α)      απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:

  1. i)      με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας,

[…]

γ)      απόφαση ανάκλησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 45.»

 Το ουγγρικό δίκαιο

16      Το άρθρο 57, παράγραφοι 1 και 3, του menedékjogról szóló 2007. évi LXXX. törvény (νόμου LXXX του 2007, περί του δικαιώματος ασύλου) ορίζει τα εξής:

«1.      Στις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο, το ειδικό όργανο του κράτους γνωμοδοτεί επί των ειδικών ζητημάτων των οποίων η εκτίμηση υπάγεται στις αρμοδιότητές του στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας.

[…]

  1. Η αρμόδια για θέματα ασύλου αρχή δεν δύναται να παρεκκλίνει από τη γνωμοδότηση του ειδικού οργάνου του κράτους εφόσον δεν έχει αρμοδιότητα να εκτιμήσει το περιεχόμενό της.

[…]»

17      Το άρθρο 11 του minősített adat védelméről szóló 2009. évi CLV. törvény (νόμου CLV του 2009, περί προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών) προβλέπει τα εξής:

«1.      Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των προσωπικών δεδομένων του τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως εθνικές διαβαθμισμένες πληροφορίες, κατόπιν αδείας προσβάσεως η οποία χορηγείται από την αρχή διαβαθμίσεως και χωρίς να απαιτείται να διαθέτει ατομικό πιστοποιητικό ασφαλείας. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει, πριν αποκτήσει πρόσβαση στις εθνικές διαβαθμισμένες πληροφορίες, να υποβάλει γραπτή δήλωση εμπιστευτικότητας και να συμμορφώνεται με τους κανόνες προστασίας των εν λόγω πληροφοριών.

  1. Η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση της άδειας πρόσβασης εκδίδεται από την αρχή διαβαθμίσεως κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου και εντός προθεσμίας 15 ημερών από την υποβολή αυτής. Η αρχή διαβαθμίσεως αρνείται τη χορήγηση της άδειας πρόσβασης εάν η γνώση των πληροφοριών θίγει το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί η διαβάθμιση. Η άρνηση χορήγησης της άδειας πρόσβασης πρέπει να αιτιολογείται από την αρχή διαβάθμισης.
  2. Σε περίπτωση άρνησης χορήγησης της άδειας πρόσβασης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση με διοικητική προσφυγή. […]»

18      Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του νόμου αυτού έχει ως ακολούθως:

«Η αρχή επεξεργασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών μπορεί να αρνηθεί το δικαίωμα προσβάσεως του υποκειμένου των δεδομένων στα προσωπικά του δεδομένα, εάν από την άσκηση του δικαιώματος αυτού θίγεται το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί η διαβάθμιση.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

19      Το 2002 ο GM καταδικάστηκε από ουγγρικό δικαστήριο σε στερητική της ελευθερίας ποινή για πράξεις διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών.

20      Ενώ εξέτιε την ποινή αυτή, ο GM υπέβαλε, το 2005, αίτηση ασύλου στην Ουγγαρία. Κατόπιν του αιτήματος αυτού, του αναγνωρίστηκε καθεστώς «υποδοχής», το οποίο εν συνεχεία απώλεσε το 2010.

21      Μετά την υποβολή νέας αιτήσεως ασύλου, χορηγήθηκε στον GM το καθεστώς του πρόσφυγα με απόφαση της 29ης Ιουνίου 2012 του Fővárosi Törvényszék (δικαστηρίου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης, Ουγγαρία).

22      Με απόφαση της 15ης Ιουλίου 2019, η γενική διεύθυνση ανακάλεσε το χορηγηθέν στον GM καθεστώς του πρόσφυγα και αρνήθηκε να του χορηγήσει το καθεστώς επικουρικής προστασίας, εφαρμόζοντας συγχρόνως την αρχή της μη επαναπροωθήσεως. Η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει μη αιτιολογημένης γνωμοδότησης την οποία εξέδωσαν η Alkotmányvédelmi Hivatal (Υπηρεσία διαφυλάξεως του Συντάγματος, Ουγγαρία) και η Terrorelhárítási Központ (Κεντρική υπηρεσία προλήψεως της τρομοκρατίας, Ουγγαρία) (στο εξής, από κοινού: ειδικά όργανα), με την οποία οι δύο αυτές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διαμονή του GM θίγει την εθνική ασφάλεια.

23      Ο GM άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

24      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, κατ’ αρχάς, ως προς τη συμβατότητα της ουγγρικής νομοθεσίας σχετικά με την πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες με το άρθρο 23 της οδηγίας 2013/32 και με διάφορες διατάξεις του Χάρτη.

25      Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι από τη νομολογία του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) προκύπτει ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα δικονομικά δικαιώματα του ενδιαφερομένου διασφαλίζονται λόγω του ότι στο αρμόδιο δικαστήριο παρέχεται, προκειμένου να εκτιμήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως περί διεθνούς προστασίας, η δυνατότητα να μελετήσει τις εμπιστευτικές πληροφορίες στις οποίες στηρίζεται η γνωμοδότηση των ειδικών οργάνων.

26      Αντιθέτως, ούτε ο ενδιαφερόμενος ούτε ο εκπρόσωπός του έχουν, κατ’ εφαρμογήν της ουγγρικής νομοθεσίας, συγκεκριμένη δυνατότητα να εκφέρουν την άποψή τους επί της μη αιτιολογημένης γνωμοδότησης των ειδικών οργάνων. Έχουν, βεβαίως, το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση πρόσβασης στις εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τον ενδιαφερόμενο, πλην όμως δεν θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσουν τις εμπιστευτικές πληροφορίες στις οποίες θα τους είχε επιτραπεί η πρόσβαση στο πλαίσιο διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας.

27      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, στη συνέχεια, ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης του προβλεπόμενου από το ουγγρικό δίκαιο κανόνα δικαίου σύμφωνα με τον οποίο η γενική διεύθυνση υποχρεούται να στηριχθεί σε μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση των ειδικών οργάνων, χωρίς να μπορεί να εξετάσει η ίδια την εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού στην περίπτωση της οποίας έχει επιληφθεί, με αποτέλεσμα να μπορεί να αιτιολογήσει τη δική της απόφαση μόνον παραπέμποντας στην εν λόγω μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, αφενός, ότι τα ανωτέρω ειδικά όργανα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία 2013/32 για τη διενέργεια τέτοιου είδους εξέτασης καθώς και για τη λήψη τέτοιας αποφάσεως και, αφετέρου, ότι ο επίμαχος εθνικός κανόνας δικαίου μπορεί να αποτελεί πρόσκομμα για την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.

28      Τέλος, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον είναι δυνατόν, κατά την εκτίμηση της ενδεχόμενης χορήγησης επικουρικής προστασίας κατόπιν της ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα, να ληφθεί υπόψη ποινική καταδίκη σε ποινή που έχει εκτιθεί πριν από δεκαέξι έτη και της οποίας οι αρχές που χορήγησαν το καθεστώς του πρόσφυγα έλαβαν γνώση, αλλά δεν θεώρησαν ότι αποτελεί λόγο για να αρνηθούν να χορηγήσουν το καθεστώς αυτό.

29      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο Βουδαπέστης‑Πρωτευούσης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν το άρθρο 11, παράγραφος 2, το άρθρο 12, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο δʹ, και παράγραφος 2, το άρθρο 23, παράγραφος 1 –ειδικότερα το δεύτερο εδάφιο αυτού, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο βʹ–, και το άρθρο 45, παράγραφοι 1 και 3 έως 5, της οδηγίας [2013/32] –λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 47 του Χάρτη– την έννοια ότι επιβάλλουν, αφενός, στην εθνική αρχή κράτους μέλους η οποία εκδίδει απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή περί ανακλήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας για λόγους εθνικής ασφαλείας και, αφετέρου, στα ειδικά όργανα του κράτους τα οποία αποφαίνονται επί της εμπιστευτικότητας των σχετικών πληροφοριών, σε περίπτωση που συντρέχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας [2013/32] εξαίρεση για λόγους εθνικής ασφαλείας, η δε αρμόδια αρχή αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση δεδομένων και πληροφοριών θα έθιγε την εθνική ασφάλεια, να διασφαλίζουν ότι ο ενδιαφερόμενος αιτών/πρόσφυγας/δικαιούχος επικουρικής προστασίας, καθώς και ο εκπρόσωπός του, απολαύει του δικαιώματος προσβάσεως τουλάχιστον στο ουσιώδες περιεχόμενο των εμπιστευτικών ή διαβαθμισμένων πληροφοριών ή δεδομένων επί των οποίων στηρίζεται η εκδιδόμενη για τους ανωτέρω λόγους απόφαση, καθώς και του δικαιώματος χρήσεως των πληροφοριών ή δεδομένων αυτών κατά τη διαδικασία η οποία οδηγεί στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι η ακριβής έννοια του “ουσιώδους περιεχομένου” των λόγων εμπιστευτικού χαρακτήρα επί των οποίων στηρίζεται μια τέτοια απόφαση, κατά την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1 –ειδικότερα του δευτέρου εδαφίου αυτού, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο βʹ– της οδηγίας [2013/32], ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη;

3)      Έχουν το άρθρο 14, παράγραφος 4, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο αʹ, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο δʹ, της οδηγίας [2011/95], και το άρθρο 45, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο αʹ, και παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας [2013/32], καθώς και η αιτιολογική σκέψη 49 της τελευταίας αυτής οδηγίας, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας ή ο αποκλεισμός από το καθεστώς αυτό χωρεί με μη αιτιολογημένη απόφαση, η οποία στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο σε αυτόματη παραπομπή σε, ομοίως μη αιτιολογημένη, δεσμευτική και μη επιδεχόμενη παρέκκλιση γνωμοδότηση ειδικών οργάνων του κράτους με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη κινδύνου για την εθνική ασφάλεια;

4)      Έχουν οι αιτιολογικές σκέψεις 20 και 34, το άρθρο 4 και το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3 –ειδικότερα το στοιχείο δʹ–, της οδηγίας [2013/32], καθώς και το άρθρο 14, παράγραφος 4, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο αʹ, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο δʹ, της οδηγίας [2011/95], την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η εξέταση των λόγων αποκλεισμού και η έκδοση της σχετικής επί της ουσίας αποφάσεως πραγματοποιούνται από ειδικά όργανα του κράτους των οποίων οι διαδικασίες εκφεύγουν της εφαρμογής των ουσιαστικών και διαδικαστικών διατάξεων της οδηγίας [2013/32] και της οδηγίας [2011/95];

5)      Έχει το άρθρο 17, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο βʹ, της οδηγίας [2011/95] την έννοια ότι αντιτίθεται στον αποκλεισμό λόγω πραγματικού περιστατικού/αδικήματος το οποίο, μολονότι ήταν ήδη γνωστό πριν από την έκδοση απρόσβλητης αποφάσεως ή διατάξεως περί αναγνωρίσεως του καθεστώτος πρόσφυγα, δεν αποτέλεσε λόγο αποκλεισμού ούτε από την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα ούτε από τη χορήγηση επικουρικής προστασίας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

30      Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 11, παράγραφος 2, το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 23, παράγραφος 1, καθώς και το άρθρο 45, παράγραφοι 1 και 3 έως 5, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι, όταν απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή περί ανακλήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, ο ενδιαφερόμενος ή ο σύμβουλός του δύνανται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνον αφότου λάβουν σχετική άδεια, δεν τους κοινοποιείται δε ούτε το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι αντίστοιχες αποφάσεις και δεν δύνανται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσαν να αποκτήσουν πρόσβαση.

31      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, καίτοι το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, στο άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και στο άρθρο 45, παράγραφοι 1, 3 και 5, της οδηγίας 2013/32, οι διατάξεις αυτές δεν ασκούν άμεση επιρροή για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά, δεδομένου ότι τα ερωτήματα αφορούν κατ’ ουσίαν τον τρόπο προσβάσεως στις πληροφορίες του φακέλου, ο οποίος ρυθμίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

32      Δεύτερον, το άρθρο 45, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32, το οποίο μνημονεύεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει, αντιθέτως, να ληφθεί υπόψη προκειμένου να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, καθόσον η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ισχύει στις διαδικασίες ανακλήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, μόλις ληφθεί από την αρμόδια αρχή η απόφαση περί ανακλήσεως διεθνούς προστασίας.

33      Επομένως, από το άρθρο 45, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι οι κανόνες που θεσπίζονται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, αυτής επιβάλλονται όχι μόνο στις διαδικασίες εξετάσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας, αλλά και στις διαδικασίες ανακλήσεως της εν λόγω προστασίας.

34      Τρίτον, όσον αφορά το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπενθυμίζεται ότι από το γράμμα του ως άνω άρθρου προκύπτει σαφώς ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη, αλλά αποκλειστικώς στα θεσμικά όργανα και στα λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Minister van Buitenlandse Zaken, C‑225/19 και C‑226/19, EU:C:2020:951, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Τούτου δοθέντος, το άρθρο 41 του Χάρτη αποτυπώνει μια γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία ισχύει ως προς τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο αυτό (πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Minister van Buitenlandse Zaken, C‑225/19 και C‑226/19, EU:C:2020:951, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Επομένως, η γενική αυτή αρχή πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να διευκρινιστούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας.

37      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο νομικός ή άλλος σύμβουλος που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας και που παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση σε ενδιαφερόμενο βάσει της εθνικής νομοθεσίας να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του αιτούντος βάσει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί απόφαση.

38      Εντούτοις, το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τον κανόνα αυτόν όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο, μεταξύ άλλων, την εθνική ασφάλεια ή την ασφάλεια των εν λόγω πηγών.

39      Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, να καθιστούν προσβάσιμες τις εν λόγω πληροφορίες ή πηγές στα δικαστήρια που είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί της νομιμότητας της αποφάσεως περί διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας, να θεσπίζουν, στο εθνικό τους δίκαιο, διαδικασίες που εξασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερομένου.

40      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 44 και 45 των προτάσεών του, τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα δεν αναφέρονται στις εξουσίες που απονέμονται στα αρμόδια δικαστήρια, αλλά στον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερομένου και, επομένως, αφορούν αποκλειστικώς την ερμηνεία της υποχρεώσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32.

41      Συναφώς, επισημαίνεται βεβαίως ότι το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής διευκρινίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας, κατά το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν, ιδίως, να παρέχουν σε σύμβουλο του ενδιαφερομένου, ο οποίος έχει υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας, πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου ή στις πηγές των οποίων η αποκάλυψη ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, εφόσον οι πληροφορίες ή οι πηγές αυτές έχουν σημασία για την εξέταση της αίτησης ή για τη λήψη απόφασης περί ανάκλησης της διεθνούς προστασίας.

42      Ωστόσο, από το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και ειδικότερα από τη χρήση του όρου «ιδίως» προκύπτει σαφώς ότι η θέσπιση της διαδικασίας που μνημονεύεται στη διάταξη αυτή δεν αποτελεί τη μόνη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν προς το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32 και ότι, επομένως, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν τέτοια διαδικασία.

43      Επομένως, δοθέντος ότι η οδηγία 2013/32 δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου σε περίπτωση που το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελό του περιορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, οι ειδικότερες λεπτομέρειες των θεσπιζόμενων προς τον σκοπό αυτό διαδικασιών εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, βάσει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2020, C. F. (Φορολογικός έλεγχος), C‑430/19, EU:C:2020:429, σκέψη 34, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης – Προθεσμία για την άσκηση προσφυγής), C‑651/19, EU:C:2020:681, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

44      Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, είναι υποχρεωμένα να εξασφαλίζουν την τήρηση τόσο των απαιτήσεων που απορρέουν από το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, όσο και του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Deutsche Umwelthilfe, C‑752/18, EU:C:2019:1114, σκέψη 34, και της 14ης Μαΐου 2020, Agrobet CZ, C‑446/18, EU:C:2020:369, σκέψη 43), τα οποία επιβάλλουν, κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά και κατά μια ενδεχόμενη ένδικη διαδικασία αντιστοίχως, τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 45, και της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως), C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 58].

45      Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τη διοικητική διαδικασία, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης αποφάσεως που θίγει αισθητά τα συμφέροντά του πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την απόφασή της, υποχρέωση που βαρύνει τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary, C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψη 39, και της 3ης Ιουνίου 2021, Jumbocarry Trading, C‑39/20, EU:C:2021:435, σκέψη 31).

46      Η απαίτηση αυτή αποσκοπεί, ιδίως, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με τη διεθνή προστασία, να καταστήσει δυνατό στη διοικητική αρχή να προβεί με πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως στην εξατομικευμένη εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων, γεγονός που επιβάλλει την παροχή προς τον αποδέκτη της αποφάσεως της δυνατότητας να διορθώσει ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση που συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί ή να μη ληφθεί η απόφαση ή να έχει αυτή συγκεκριμένο περιεχόμενο (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 2017, M, C‑560/14, EU:C:2017:101, σκέψεις 32 και 37, και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 35).

47      Καθόσον εν λόγω απαίτηση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την παροχή στον αποδέκτη της αποφάσεως, ενδεχομένως διά του νομικού συμβούλου του, συγκεκριμένης δυνατότητας να γνωρίζει τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται το δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα στοιχεία του φακέλου κατά τη διοικητική διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary, C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψεις 51 έως 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Όσον αφορά, δεύτερον, την ένδικη διαδικασία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος επιβάλλεται ιδίως στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν προσφυγές ασκηθείσες στον τομέα της διεθνούς προστασίας (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 32), προϋποθέτει ότι ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση όχι μόνο στο σκεπτικό της διοικητικής αποφάσεως που τον αφορά, αλλά και σε όλα τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση στήριξε την απόφασή της, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει, πράγματι, θέση επί των στοιχείων αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 53, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, UBS Europe κ.λπ., C‑358/16, EU:C:2018:715, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Περαιτέρω, η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο 47 του Χάρτη δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων ή των παρατηρήσεων που υποβάλλονται στο δικαστήριο για να επηρεάσουν την απόφασή του και να εκφέρουν σχετικώς τη γνώμη τους (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), όπερ προϋποθέτει ότι πρέπει να παρέχεται στο πρόσωπο το οποίο αφορά απόφαση περί διεθνούς προστασίας η δυνατότητα να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου του που έχουν τεθεί στη διάθεση του δικαστηρίου το οποίο καλείται να αποφανθεί επί της ασκηθείσας κατά της εν λόγω αποφάσεως προσφυγής.

50      Τούτου δοθέντος, αφ’ ης στιγμής η υποχρέωση την οποία προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32 τυγχάνει εφαρμογής μόνον όταν το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο του ενδιαφερομένου έχει περιοριστεί για έναν από τους λόγους που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης δεν συνιστούν απόλυτες προνομίες και ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο –το οποίο απορρέει από τα δικαιώματα αυτά– μπορεί, επομένως, να περιοριστεί, βάσει σταθμίσεως μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως καθώς και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής του ενδιαφερομένου και, αφετέρου, των συμφερόντων των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της μη κοινοποίησης στοιχείου του φακέλου στο πρόσωπο αυτό, ιδίως σε περίπτωση που τα συμφέροντα αυτά άπτονται της εθνικής ασφάλειας (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψεις 54, 57 και 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Εντούτοις, δεδομένης της ανάγκης τηρήσεως του άρθρου 47 του Χάρτη, η στάθμιση αυτή δεν πρέπει να στερεί τα δικαιώματα υπεράσπισης του ενδιαφερομένου από κάθε αποτελεσματικότητα και να καθιστά άνευ περιεχομένου το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ιδίως διά της μη γνωστοποίησης στον ίδιο, ή ενδεχομένως στον σύμβουλό του, τουλάχιστον του ουσιαστικού περιεχομένου των λόγων στους οποίους βασίστηκε η απόφαση που ελήφθη και αφορά το πρόσωπό του (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 65).

52      Αντιθέτως, η εν λόγω στάθμιση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο ορισμένων στοιχείων του φακέλου, σε περίπτωση που η κοινοποίηση των εν λόγω στοιχείων ενδέχεται να θίγει κατά τρόπο άμεσο και συγκεκριμένο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, καθόσον μπορεί, μεταξύ άλλων, να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία ή την ελευθερία ατόμων ή να αποκαλύψει τις ειδικές μεθόδους έρευνας που μετέρχονται όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια και, συνεπώς, να παρακωλύσει σοβαρά ή ακόμη και να εμποδίσει τη μελλοντική άσκηση των καθηκόντων των εν λόγω οργάνων (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 66).

53      Ως εκ τούτου, μολονότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 επιτρέπει στα κράτη μέλη, ιδίως όταν το απαιτεί η εθνική ασφάλεια, να μην παρέχουν στον ενδιαφερόμενο άμεση πρόσβαση στο σύνολο του φακέλου του, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί, χωρίς να θίγονται η αρχή της αποτελεσματικότητας, το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, υπό την έννοια ότι επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να περιάγουν το πρόσωπο αυτό σε κατάσταση κατά την οποία ούτε το ίδιο ούτε ο σύμβουλός του είναι σε θέση να λάβουν λυσιτελώς γνώση, ενδεχομένως στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας κατατείνουσας στη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, του ουσιαστικού περιεχομένου των καθοριστικών στοιχείων του εν λόγω φακέλου.

54      Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται, αφενός, ότι όταν η δημοσιοποίηση πληροφοριών του φακέλου περιορίζεται για λόγους εθνικής ασφάλειας, ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερομένου δεν διασφαλίζεται επαρκώς με το να παρέχεται στο πρόσωπο αυτό η δυνατότητα να λάβει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, άδεια προσβάσεως στις πληροφορίες αυτές συνοδευόμενη από πλήρη απαγόρευση χρησιμοποίησης των πληροφοριών που ελήφθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ή τυχόν ένδικης διαδικασίας.

55      Πράγματι, από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης, οι οποίες υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 45 έως 49 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαίωμα προσβάσεως στις πληροφορίες του φακέλου αποσκοπεί στο να έχει ο ενδιαφερόμενος τη δυνατότητα, ενδεχομένως διά του συμβούλου του, να προβάλει, ενώπιον των αρμόδιων αρχών ή δικαστηρίων, την άποψή του επί των πληροφοριών αυτών και ως προς τη λυσιτέλειά τους για την εκδοθησόμενη ή ήδη εκδοθείσα απόφαση.

56      Επομένως, διαδικασία παρέχουσα στον ενδιαφερόμενο ή στον σύμβουλό του τη δυνατότητα προσβάσεως στις πληροφορίες αυτές, ενώ τους απαγορεύει να χρησιμοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες για τους σκοπούς της διοικητικής διαδικασίας ή τυχόν ένδικης διαδικασίας, δεν είναι επαρκής για την προάσπιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του προσώπου αυτού και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση κράτους μέλους προς την υποχρέωση του άρθρου 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32.

57      Αφετέρου, δεδομένου ότι από την απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις της Ουγγρικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης του ενδιαφερομένου διασφαλίζονται επαρκώς διά της παροχής στο αρμόδιο δικαστήριο της δυνατότητας να έχει πρόσβαση στον φάκελο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ευχέρεια αυτή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρόσβαση του ενδιαφερομένου ή του συμβούλου του στις πληροφορίες του φακέλου.

58      Συγκεκριμένα, εκτός του ότι η ευχέρεια αυτή είναι ανεφάρμοστη κατά τη διοικητική διαδικασία, σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης δεν σημαίνει να διαθέτει το αρμόδιο δικαστήριο όλα τα κρίσιμα στοιχεία για να λάβει την απόφασή του, αλλά να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, ενδεχομένως διά του συμβούλου του, να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του εκφράζοντας την άποψή του επί των στοιχείων αυτών.

59      Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από το γεγονός ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι η πρόσβαση των αρμοδίων δικαστηρίων στις πληροφορίες του φακέλου και η θέσπιση διαδικασιών που εξασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερομένου συνιστούν δύο διακριτές και σωρευτικές απαιτήσεις.

60      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι όταν απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή περί ανακλήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, ο ενδιαφερόμενος ή ο σύμβουλός του δύνανται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνον αφότου λάβουν σχετική άδεια, δεν τους κοινοποιείται δε ούτε το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι αντίστοιχες αποφάσεις και δεν δύνανται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσαν να αποκτήσουν πρόσβαση.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

61      Με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, καθώς και το άρθρο 4, το άρθρο 10, παράγραφος 2, και το άρθρο 45, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η αποφαινόμενη αρχή υποχρεούται συστηματικώς, στην περίπτωση που όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια έχουν διαπιστώσει, με μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση, ότι ένα πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, να αποκλείει το εν λόγω πρόσωπο από την επικουρική προστασία ή να ανακαλεί τη διεθνή προστασία που του είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, στηριζόμενη στην ως άνω γνωμοδότηση.

62      Επισημαίνεται, πρώτον, ότι η οδηγία 2013/32 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αναθέτουν συγκεκριμένο ρόλο στην «αποφαινόμενη αρχή», η οποία ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής ως αφορώσα κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις.

63      Συνακόλουθα, το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ορίζουν, για όλες τις διαδικασίες, αποφαινόμενη αρχή υπεύθυνη για τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας.

64      Επιπλέον, από το άρθρο 45 της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι εναπόκειται στην αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει αν πρέπει να ανακαλέσει τη διεθνή προστασία.

65      Η αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει συναφώς ότι είναι βασικό να λαμβάνονται οι αποφάσεις για όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας με βάση τα γεγονότα και πρωτίστως από αρχές το προσωπικό των οποίων έχει την απαραίτητη γνώση ή κατάρτιση στον τομέα της διεθνούς προστασίας.

66      Προς τούτο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να παρέχονται στην αποφαινόμενη αρχή τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας συγκεκριμενοποιεί την υποχρέωση αυτή προβλέποντας επιμέρους λεπτομερέστερες υποχρεώσεις όσον αφορά την κατάρτιση και τις γνώσεις του προσωπικού αυτού.

67      Ωσαύτως, βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να εξασφαλίσει ότι η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας από οιονεί δικαστικό ή διοικητικό όργανο το οποίο διαθέτει ειδικά προς τούτο μέσα και ειδικευμένο προσωπικό αποτελεί ουσιώδες στάδιο των κοινών διαδικασιών που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Addis, C‑517/17, EU:C:2020:579, σκέψη 61) και το οποίο καλείται επίσης να αποφασίσει αν πρέπει να ανακαλέσει τη διεθνή προστασία.

68      Μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 επιτρέπει βεβαίως στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι είναι δυνατόν ορισμένα περιοριστικά απαριθμούμενα καθήκοντα που άπτονται του τομέα της διεθνούς προστασίας να ανατίθενται σε αρχή διαφορετική από την αποφαινόμενη αρχή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στα καθήκοντα αυτά δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται η εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας ή η ανάκληση της προστασίας αυτής, καθήκοντα τα οποία πρέπει επομένως να ανατίθενται απαραιτήτως στην αποφαινόμενη αρχή.

69      Εξάλλου, από το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ρητώς ότι η διαδικασία εξετάσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να διεξάγεται από την αποφαινόμενη αρχή και να ολοκληρώνεται, κατόπιν δέουσας εξετάσεως, με απόφαση λαμβανόμενη από την αρχή αυτή.

70      Όσον αφορά, ειδικότερα, τη συνεκτίμηση ενδεχόμενου κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, επισημαίνεται ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 επιτρέπει στα κράτη μέλη να ανακαλούν το καθεστώς που χορηγήθηκε σε πρόσφυγα όταν μπορεί για εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται.

71      Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής προβλέπει δε ότι υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής δεν δικαιούται επικουρική προστασία όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρείται ότι συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται.

72      Η εφαρμογή καθεμιάς εκ των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει ότι η αρμόδια αρχή προβαίνει, σε κάθε περίπτωση ατομικώς, σε εκτίμηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών των οποίων έχει λάβει γνώση, προκειμένου να κρίνει αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι η κατάσταση του ενδιαφερομένου, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά τα κριτήρια υπαγωγής στο καθεστώς διεθνούς προστασίας ή διατήρησης του καθεστώτος αυτού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μίας εκ των διατάξεων αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2017, Lounani, C‑573/14, EU:C:2017:71, σκέψη 72, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed, C‑369/17, EU:C:2018:713, σκέψη 55).

73      Η εκτίμηση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, η οποία πρέπει να διεξάγεται συμφώνως προς τις οδηγίες 2011/95 και 2013/32 και η οποία, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση, δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικώς στην εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας του ενδιαφερομένου.

74      Επομένως, από τους ορισμούς των όρων «πρόσφυγας» και «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, στοιχεία δʹ και στʹ, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι οι ορισμοί αυτοί αφορούν πρόσωπο το οποίο όχι μόνον έχει ανάγκες διεθνούς προστασίας, αλλά, επιπλέον, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού τις οποίες προβλέπει η οδηγία αυτή.

75      Ως εκ τούτου, στην αποφαινόμενη αρχή και μόνον απόκειται να προβεί, υπό τον έλεγχο των δικαστηρίων, στην αξιολόγηση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, περιλαμβανομένων και εκείνων που αναφέρονται στην εφαρμογή των άρθρων 14 και 17 της οδηγίας 2011/95, αξιολόγηση κατόπιν της οποίας θα αποφανθεί επ’ αυτών (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψεις 40 και 41).

76      Δεύτερον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, όταν απορρίπτεται αίτηση σχετιζόμενη με το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας, στην απόφαση της αποφαινόμενης αρχής πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι.

77      Ομοίως, το άρθρο 45, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει τη διεθνή προστασία αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή.

78      Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, οι λόγοι που οδήγησαν την αρμόδια αρχή να λάβει την απόφασή της πρέπει να εκτίθενται στην εν λόγω απόφαση.

79      Από τις ανωτέρω σκέψεις, οι οποίες αφορούν τόσο τον ρόλο της αποφαινόμενης αρχής όσο και την υποχρέωση αιτιολογήσεως που αυτή υπέχει, προκύπτει ότι η εν λόγω αρχή δεν μπορεί εγκύρως να περιοριστεί στην εφαρμογή αποφάσεως εκδοθείσας από άλλη αρχή, η οποία τη δεσμεύει βάσει της εθνικής νομοθεσίας, και να λάβει, επί της βάσεως αυτής και μόνον, την απόφαση περί αποκλεισμού από την επικουρική προστασία ή περί ανακλήσεως προηγουμένως χορηγηθείσας διεθνούς προστασίας.

80      Αντιθέτως, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να έχει στη διάθεσή της το σύνολο των σχετικών πληροφοριών και να προβαίνει, βάσει των πληροφοριών αυτών, στη δική της αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων, προκειμένου να προσδιορίσει το περιεχόμενο της αποφάσεώς της και να την αιτιολογήσει πλήρως.

81      Εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι η αρχή αυτή πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει αν λόγοι σχετικοί με την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους πρέπει ή όχι να οδηγήσουν στην ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπερ αποκλείει το ενδεχόμενο η διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου για την εθνική ασφάλεια να συνεπάγεται αυτομάτως την ανάκληση αυτή.

82      Βεβαίως, οι ανωτέρω διαπιστώσεις ουδόλως αποκλείουν το ενδεχόμενο ένα μέρος των πληροφοριών που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή για τη διενέργεια της εκτιμήσεώς της να έχει τεθεί στη διάθεσή της από ειδικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της αποφαινόμενης αρχής. Περαιτέρω, ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές μπορούν, ενδεχομένως, να υπαχθούν σε καθεστώς εμπιστευτικότητας εντός του πλαισίου που καθορίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.

83      Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων που έχουν ειδικώς ανατεθεί στην αποφαινόμενη αρχή, το περιεχόμενο των πληροφοριών αυτών και η λυσιτέλειά τους για την εκδοθησόμενη απόφαση πρέπει να εκτιμώνται ελεύθερα από την αρχή αυτή, η οποία δεν μπορεί, επομένως, να υποχρεωθεί να στηριχθεί σε μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση εκδοθείσα από ειδικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, βάσει εκτιμήσεως της οποίας η πραγματική βάση δεν της έχει γνωστοποιηθεί.

84      Στο μέτρο που η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο ρόλος που έχει ανατεθεί στα όργανα αυτά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, δυνάμει των άρθρων 72 και 73 ΣΛΕΕ, πρέπει ακόμη να υπομνησθεί ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στηριζόμενα απλώς και μόνο στην επίκληση των ευθυνών που υπέχουν για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας (πρβλ. απόφαση της 2ας Ιουλίου 2020, Stadt Frankfurt am Main, C‑18/19, EU:C:2020:511, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

85      Πάντως, η κυβέρνηση αυτή περιορίστηκε, συναφώς, στη διατύπωση γενικών παρατηρήσεων, χωρίς να αποδείξει ότι η ειδική κατάσταση που επικρατεί στην Ουγγαρία θα δικαιολογούσε τον περιορισμό, σε ορισμένες περιπτώσεις, του ρόλου που έχει ανατεθεί στις αποφαινόμενες αρχές.

86      Κατά συνέπεια, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 11, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 45, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η αποφαινόμενη αρχή υποχρεούται συστηματικώς, στην περίπτωση που όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια έχουν διαπιστώσει, με μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση, ότι ένα πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, να αποκλείει το εν λόγω πρόσωπο από την επικουρική προστασία ή να ανακαλεί τη διεθνή προστασία που του είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, στηριζόμενη στην ως άνω γνωμοδότηση.

 Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

87      Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στον αποκλεισμό αιτούντος από την επικουρική προστασία, βάσει της διατάξεως αυτής, λόγω ποινικής καταδίκης η οποία ήταν ήδη γνωστή στις αρμόδιες αρχές όταν αυτές αναγνώρισαν στον αιτούντα, κατόπιν προηγούμενης διαδικασίας, το καθεστώς του πρόσφυγα, το οποίο εν συνεχεία ανακάλεσαν.

88      Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 ορίζει ότι υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής δεν δικαιούται επικουρική προστασία όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ότι έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα.

89      Ο λόγος αποκλεισμού από την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή επικουρική προστασία αφορά εν γένει σοβαρό έγκλημα, χωρίς να υφίσταται γεωγραφικός ή χρονικός περιορισμός ούτε περιορισμός ανάλογα με τη φύση του εγκλήματος [αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed, C‑369/17, EU:C:2018:713, σκέψη 47, και της 2ας Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχικής Δημοκρατίας (Προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης αιτούντων διεθνή προστασία), C‑715/17, C‑718/17 και C‑719/17, EU:C:2020:257, σκέψη 155].

90      Επομένως, το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 ουδόλως προβλέπει ότι το συγκεκριμένο σοβαρό έγκλημα πρέπει να έχει διαπραχθεί σε πρόσφατο χρόνο ή ότι, στην περίπτωση που ο αιτών έχει κινήσει διαδοχικώς πλείονες διαδικασίες διεθνούς προστασίας, ένα σοβαρό έγκλημα για το οποίο δεν θεωρήθηκε ότι δικαιολογεί την εφαρμογή ρήτρας αποκλεισμού κατά την πρώτη διαδικασία δεν μπορεί πλέον να ληφθεί υπόψη στη συνέχεια. Αντιθέτως, η χρήση της φράσεως «δεν δικαιούται» στη διάταξη αυτή σημαίνει ότι η αποφαινόμενη αρχή δεν διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως αφ’ ης στιγμής διαπιστώσει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα.

91      Ούτε από άλλες διατάξεις των οδηγιών 2011/95 ή 2013/32 προκύπτει ότι η αποφαινόμενη αρχή δεσμεύεται για το μέλλον, μετά την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα, από εκτιμήσεις σχετικές με την εφαρμογή ρήτρας αποκλεισμού κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην αναγνώριση του καθεστώτος αυτού.

92      Τούτου δοθέντος, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί τον λόγο αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95, ο οποίος αφορά τη διάπραξη σοβαρού εγκλήματος από τον αιτούντα διεθνή προστασία, μόνον αφού προβεί, για κάθε περίπτωση ατομικά, σε εκτίμηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών των οποίων έχει λάβει γνώση, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι οι πράξεις που τέλεσε ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά τα κριτήρια υπαγωγής στο ζητούμενο καθεστώς, εμπίπτουν στον συγκεκριμένο λόγο αποκλεισμού, για τη δε εκτίμηση της σοβαρότητας του επίμαχου αδικήματος απαιτείται πλήρης εξέταση όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης [απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχικής Δημοκρατίας (Προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης αιτούντων διεθνή προστασία), C‑715/17, C‑718/17 και C‑719/17, EU:C:2020:257, σκέψη 154].

93      Επομένως, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στον αποκλεισμό αιτούντος από την επικουρική προστασία, βάσει της διατάξεως αυτής, λόγω ποινικής καταδίκης η οποία ήταν ήδη γνωστή στις αρμόδιες αρχές όταν αυτές αναγνώρισαν στον αιτούντα, κατόπιν προηγούμενης διαδικασίας, το καθεστώς του πρόσφυγα, το οποίο εν συνεχεία ανακάλεσαν.

 Επί των δικαστικών εξόδων

94      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι όταν απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή περί ανακλήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, ο ενδιαφερόμενος ή ο σύμβουλός του δύνανται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνον αφότου λάβουν σχετική άδεια, δεν τους κοινοποιείται δε ούτε το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι αντίστοιχες αποφάσεις και δεν δύνανται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσαν να αποκτήσουν πρόσβαση.

2)      Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 11, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 45, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η αποφαινόμενη αρχή υποχρεούται συστηματικώς, στην περίπτωση που όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια έχουν διαπιστώσει, με μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση, ότι ένα πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, να αποκλείει το εν λόγω πρόσωπο από την επικουρική προστασία ή να ανακαλεί τη διεθνή προστασία που του είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, στηριζόμενη στην ως άνω γνωμοδότηση.

3)      Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται στον αποκλεισμό αιτούντος από την επικουρική προστασία, βάσει της διατάξεως αυτής, λόγω ποινικής καταδίκης η οποία ήταν ήδη γνωστή στις αρμόδιες αρχές όταν αυτές αναγνώρισαν στον αιτούντα, κατόπιν προηγούμενης διαδικασίας, το καθεστώς του πρόσφυγα, το οποίο εν συνεχεία ανακάλεσαν.

 

ΔΕΕ της 13.10.2022 (υπόθεση C-344/20, L.F. κατά S.C.R.L.): απαγόρευση εκδήλωσης θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων σε χώρους εργασίας- πότε είναι επιτρεπτή

Με την Απόφαση ΔΕΕ της 13.10.2022 (υπόθεση c-344/20, L.F. κατά S.C.R.L.) κρίθηκε, μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι διάταξη κανονισμού εργασίας επιχείρησης η οποία απαγορεύει στους εργαζομένους να εκδηλώνουν λεκτικώς, μέσω της αμφίεσής τους ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους, όποιες και αν είναι αυτές, δεν συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση «λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, έναντι των εργαζομένων που επιθυμούν να ασκήσουν τη θρησκευτική ελευθερία τους ή την ελευθερία συνείδησης με τη χρήση συμβόλου ή θρησκευτικής αμφίεσης, εφόσον η διάταξη αυτή εφαρμόζεται γενικώς και αδιακρίτως.

 

Λήψη της ολόκληρης απόφασης από την επίσημη σελίδα του ΔΕΕ

ΕΔΔΑ της 4.10.2022 (Angerjärv και Greinoman κατά Εσθονίας, αριθ. προσφυγών 16358/18 και 34964/18)

         Οι δύο υποθέσεις που κρίθηκαν από το ΕΔΔΑ αφορούσαν σε αποβολή από το δικαστήριο δύο δικηγόρων, για ανάρμοστη συμπεριφορά, κακή πίστη και περιφρόνηση του δικαστηρίου. Το ΕΔΔΑ, εφαρμόζοντας τα τρία κριτήρια Engel, έκρινε ότι η αποβολή  των προσφευγόντων από τη διαδικασία δεν συνιστούσε ποινική κατηγορία σε βάρος τους. Επίσης, διευκρίνισε ότι οι κανόνες που επιτρέπουν σε ένα δικαστήριο να αντιδρά σε ανάρμοστη συμπεριφορά δικηγόρων σε διαδικασίες ενώπιόν του ήταν κοινό χαρακτηριστικό των νομικών συστημάτων των Συμβαλλόμενων Κρατών και απορρέουν από την απαραίτητη εξουσία ενός δικαστηρίου να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των δικών του διαδικασιών. Στις συγκεκριμένες υποθέσεις το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αποβολή των προσφευγόντων είχε εξυπηρετήσει τον εύλογο στόχο της εξασφάλισης της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τέλος, δεδομένου ότι , ενώ η αποβολή των προσφευγόντων μόνο από συγκεκριμένες διαδικασίες, το μέτρο δεν μπορούσε να λεχθεί ότι ήταν ιδιαίτερα αυστηρό. Έτσι, τελικά το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ ήταν στις συγκεκριμένες υποθέσεις ανεφάρμοστο.

 

Παρουσίαση απόφασης από την ηλεκτρονική σελίδα echrcaselaw.com

 

Κείμενο απόφασης στα αγγλικά

 

Νέα Πρόεδρος του ΕΔΔΑ εξελέγη η Síofra O’Leary, δικαστής της Ιρλανδίας

Το ΕΔΔΑ εξέλεξε την 19.9.2022 νέα Πρόεδρο. Η κα Síofra O’Leary , δικαστής από την Ιρλανδία, είναι η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του ΕΔΔΑ, διαδέχεται στη θέση αυτή τον κ. Robert Spano (από την Ισλανδία) και θα αναλάβει τα καθήκοντά της την 1η Νοεμβρίου 2022.

 

Δελτίο τύπου του ΕΔΔΑ για την εκλογή νέας Προέδρου, Αντιπροέδρων και Προέδρων Τμημάτων

 

ΕΔΔΑ της 6.10.2022 (Mustafa Hajili, κ.λ.π., αριθ. προσφυγών 69483/13, 76319/13 και 30456/14): Παραβίαση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι από την άρνηση εθνικών αρχών να επιτρέψουν διαδηλώσεις πολιτικών ομάδων με την αιτιολογία ότι το περιεχόμενό τους ήταν όμοιο με άλλη διαδήλωση

Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η άρνηση των εθνικών να αρχών να επιτρέψουν μία διαδήλωση, με το αιτιολογικό ότι το περιεχόμενό της ήταν παρόμοιο με άλλη διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί την ίδια ημέρα, παραβιάζει το άρθρο 11 ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει και προστατεύει την ελευθερία του συνέρχεσθαι.

Με αφορμή την υπόθεση αυτή το ΕΔΔΑ τονίζει ότι η παραβίαση του άρθρου 11 ΕΣΔΑ μπορεί να συνίσταται είτε στην απαγόρευση μιας διαδήλωσης είτε στην χορήγηση άδειας για διεξαγωγή της σε απομακρυσμένη τοποθεσία (π.χ. στα περίχωρα μιας πόλης), σε ένα σχεδόν ιδιωτικό χώρο, αφού έτσι αναιρείται ο σκοπός της, που συνίσταται στη δημόσια έκφραση αιτημάτων σε δημόσιες αρχές.

 

Παρουσίαση απόφασης από την ηλεκτρονική σελίδα echrcaselaw.com

 

Κείμενο απόφασης στα αγγλικά