Ε.Ζαφειριάδης, Οι προβληματικές των διατάξεων για τη δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα

Οι προβληματικές των διατάξεων για τη δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα

 

Εισαγωγή

Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999[1], ενώ τέθηκε σε ισχύ από την 1/7/2002. Σε αυτήν περιλαμβάνονται διατάξεις και συγκεκριμένα τα άρθρα 7 και 8, τα οποία αφορούν στην δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα (πρώην ενεργητική και παθητική δωροδοκία). Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση υπογράφτηκε επίσης στο Στρασβούργο, στις 15 Μαΐου 2003.

Η επεξηγηματική έκθεση της ανωτέρω σύμβασης περιγράφει την ανάγκη αναγωγής της δωροδοκίας και δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα σε ποινικό αδίκημα, διότι με αυτό τον τρόπο μειώνονται αρχές όπως αυτές της εμπιστοσύνης, της εχεμύθειας ή της αφοσίωσης, οι οποίες είναι απαραίτητες ούτως ώστε να αναπτυχθούν οι κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Ακόμα όμως και σε περίπτωση όπου δεν υφίσταται περιουσιακή βλάβη για το θύμα, η διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα προκαλεί ζημία στην κοινωνία εν συνόλω.

Όσον αφορά τη συγκεκριμένη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά, θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η κύρωσή της δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου υιοθέτηση της υποχρέωσης ποινικοποίησης της δωροδοκίας και δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα από τα κράτη μέλη, τα οποία έχουν διακριτική ευχέρεια εν προκειμένω[2]. Η Ελλάδα, πάντως, κύρωσε την εν λόγω σύμβαση με το νόμο 3560/2007[3], χωρίς να διατυπώσει επιφυλάξεις[4].

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3560/2007, η ποινικοποίηση της δωροδοκίας και δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς, ήτοι: α) να προστατευθεί η πίστη και εμπιστοσύνη στις ιδιωτικές συναλλαγές, β) να τηρηθεί ο υγιής ανταγωνισμός και γ) να διατηρηθεί η ποινική προστασία σε τομείς δραστηριοτήτων που… μέσω ιδιωτικοποιήσεων μεταφέρθηκαν σταδιακά στη διαχειριστική εξουσία των ιδιωτικών επιχειρήσεων[5]. Η ποινικοποίηση, επομένως, της δωροδοκίας και δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα συμβάλλει καθοριστικά στην αντιμετώπιση της αδιαφάνειας και της ιδιοτέλειας στις ιδιωτικές- επιχειρηματικές συναλλαγές[6].

Ο όρος επιχειρηματική δραστηριότητα (business activity) εν ευρεία εννοία περιλαμβάνει καθετί που διεξάγεται με το σκοπό του κέρδους, ιδίως μέσω εμπορίας αγαθών και παροχής υπηρεσιών. Η αγγλική διατύπωση σχετικά με « πρόσωπα που εργάζονται με οποιαδήποτε ιδιότητα για φορείς του ιδιωτικού τομέα» (any persons who direct or work for, in any capacity, private sector entities) περιλαμβάνει τις σχέσεις συνεργασίας, στις οποίες υφίσταται η έννοια του καθήκοντος, ήτοι της υποχρέωσης πίστης είτε της σχέσης εμπιστοσύνης που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο μισθωτούς υπαλλήλους, αλλά επιπλέον και συνεταίρους ή συνεργάτες με σύμβαση παροχής υπηρεσιών (εντολοδόχους), όπως οι δικηγόροι (τροποποίηση που επήλθε με το Ν.4619/2019)[7].

Η ανάγκη για περαιτέρω τροποποιήσεις

Με κύριο στόχο να προστατευθούν τα οικονομικά μεγέθη και συμφέροντα, ποινικοποιήθηκε η διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα με τη μεταφορά των ενωσιακών επιταγών στην εθνική μας έννομη τάξη. Εν προκειμένω, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν οπωσδήποτε τη δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζοντας σε αυτά δικαίωμα επιφυλάξεων[8].

Η δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα αφορούν μόνο σε πράξεις που τελούνται κατά παράβαση των καθηκόντων του εργαζομένου. Επομένως, πράξεις διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα οι οποίες είναι σύμφωνες με τα καθήκοντα αυτά, είναι ποινικώς αδιάφορες. Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, η παραβίαση ενός καθήκοντος από τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα δεν κρίνεται επαρκής, ώστε να δικαιολογηθεί η ποινικοποίηση των ανωτέρω εγκλημάτων διαφθοράς.

Υποστηρίζεται σθεναρά ότι παρόλο που ο χρηματισμός των εργαζομένων μιας επιχείρησης θεωρείται μεμπτός, τούτη η συμπεριφορά δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μόνο παραβίαση των ιδιωτικών συμβατικών σχέσεων και λειτουργιών των επιχειρήσεων στον έξω κόσμο. Εφόσον, λοιπόν, δεν προσβάλλεται κατ’αυτό τον τρόπο η περιουσία των επιχειρήσεων ή οποιουδήποτε τρίτου, είναι απολύτως αδύνατο να στρεβλωθεί έτσι ο ανταγωνισμός[9].

Aν και τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να προσδιορίσουν το περιεχόμενο της παράβασης καθήκοντος, οι ρυθμίσεις του ελληνικού ποινικού δικαίου συνεχίζουν να αντιβαίνουν στην αρχή nullum crimen nulla poena sine lege certa (κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς ορισμένο νόμο, άρθρο 1 ΠΚ). H επιλογή του νομοθέτη να μην συνδέσει τη διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα με ορισμένες συνέπειες για τον ανταγωνισμό, την περιουσία των επιχειρήσεων ή του καταναλωτή κρίνεται προβληματική. Έτσι, δεν δύνανται οι πολίτες να γνωρίζουν ποιες συμπεριφορές υπάγονται στην έννοια της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, βάσει του άρθρου 396 ΠΚ[10].

Επιπλέον, το καθήκον πίστεως, μια αόριστη και ασαφής έννοια, φαίνεται να περικλείει πολλούς κανόνες, ακόμη κι αυτούς που έχει θέσει ο εργοδότης, καθώς ο τελευταίος καθορίζει ποιες συμπεριφορές δύνανται να θεωρηθούν αξιόποινες μέσω των συμβατικών σχέσεων, με τους εσωτερικούς κανονισμούς και τις προφορικές οδηγίες που δίνει στους εργαζομένους. Αυτές οι οδηγίες, ωστόσο, δεν έχουν σταθερή βάση, καθότι δίνονται in concreto και δεν προκύπτουν από συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά εξαρτώνται από τη φύση της θέσεως ή της υπηρεσίας, πράγμα το οποίο δύναται να οδηγήσει σε άτοπα. Το καθήκον πίστης συνεπάγεται ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται στην αποφυγή κάθε επιβλαβούς ενέργειας εις βάρος του εργοδότη είτε της επιχειρήσεως, περιλαμβάνοντας υποχρεώσεις που διαφέρουν ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης[11].

Το περιεχόμενο και τα όρια της υποχρέωσης πίστης καθορίζονται από τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της υποχρέωσης αυτής προς τον εργοδότη, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να απέχουν από πράξεις που δύνανται να βλάψουν τα συμφέροντα του πρώτου. Επιπροσθέτως, προβληματικός από την άποψη αυτή είναι ο μη περιορισμός και η μη εξειδίκευση του καθήκοντος πίστης των εργαζομένων σε ορισμένο νομοθετικό πλαίσιο.

Υποστηρίζεται[12] ακόμη η άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 396 ΠΚ λειτουργούν ως λευκοί ή χωλοί ποινικοί νόμοι, με την έννοια ότι η βούληση των εκάστοτε εργοδοτών κρίνεται αποφασιστική για την έκταση που λαμβάνουν αξιόποινες συμπεριφορές που δεν περιγράφονται σε κυρωτικούς κανόνες. Επομένως, εφόσον οι προαναφερθείσες συμπεριφορές δεν προκύπτουν ευθέως εκ του νόμου, βάσει και του άρθρου 7 παρ. 1 Συντάγματος (αρχή νομιμότητας)[13], οι διατάξεις για τη δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα κρίνονται αόριστες και αντισυνταγματικές.

Η αυτολεξεί μεταφορά ξένου κειμένου από την εγχώρια νομοθεσία, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο συμβατότητας, οδηγεί σε παραβίαση των βασικών εγγυήσεων και θεμελιωδών αρχών του ελληνικού Ποινικού Δικαίου. Ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παραγωγή κανόνων Ποινικού Δικαίου δεν θα πρέπει να αντίκειται στις θεμελιώδεις αξίες, στις οποίες τόσο η Ε.Ε. όσο και τα κράτη μέλη δεσμεύονται εκ των ιδρυτικών Συνθηκών να σεβαστούν. Αυτές οι αρχές έχουν να κάνουν με τη χρησιμοποίηση του Ποινικού Δικαίου ως έσχατης λύσης (ultima ratio) και με το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας ανάμεσα στο έγκλημα και την ποινή[14]. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι οι καταχρήσεις στο Ποινικό Δίκαιο παρεμποδίζουν σε πολλές περιπτώσεις την ομαλή λειτουργία της οικονομίας.

Σύμφωνα με τον Χατζηκώστα, η επιλογή του νομοθέτη να ποινικοποιήσει τη διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα οδηγεί στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, λόγω της παραβίασης της αρχής της επικουρικότητας του Ποινικού Δικαίου και της αναλογικότητας, καταλήγοντας στη διάβρωση των Ποινικών Επιστημών, καθώς έτσι υπονομεύεται το κύρος και η αξιοπιστία του[15].

Προκειμένου να αποκατασταθεί η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), θα πρέπει η διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα να ερμηνευθεί στενά, προσθέτοντας στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 396 ΠΚ έναν άγραφο όρο[16] που συνίσταται στη συγκεκριμένη υπό τις περιστάσεις δυνατότητα της πράξης να στρεβλώνει τον οικονομικό ανταγωνισμό είτε την περίπτωση να τεθεί σε κίνδυνο η περιουσία των επιχειρήσεων ή των καταναλωτών.

Αντί επιλόγου

Η τυποποίηση της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα έγινε με βιαστικό και πρόχειρο τρόπο από τον Έλληνα νομοθέτη, χωρίς να εξετασθεί ουσιαστικά η συμβατότητα με τα διεθνή κείμενα. Δεν υπάρχει εν προκειμένω σαφής περιγραφή των αξιόποινων συμπεριφορών, βάσει του άρθρου 396 ΠΚ. Όπως αναλύσαμε προηγουμένως, η Ελλάδα δεν χρησιμοποίησε τη δυνατότητα που της αναγνώρισε-μεταξύ άλλων- η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, διευρύνοντας μάλιστα το περιεχόμενο αυτής. Αγνόησε μάλιστα τις κατευθύνσεις των διεθνών κειμένων σε σχέση με το ύψος των απειλούμενων ποινικών κυρώσεων για τη διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα[17].

Είναι δεδομένο ότι δεν τέθηκαν περαιτέρω περιορισμοί από τον Έλληνα νομοθέτη. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιορίσθηκε ο κύκλος καθηκόντων των εργαζομένων για συμπεριφορές που αποτελούν το αντικείμενο των παράνομων συναλλαγών, αλλά ούτε και η έκταση των αξιόποινων πράξεων, παρότι αυτή η δυνατότητα υπήρχε εκ των σχετικών διεθνών κειμένων[18].

Με βάση λοιπόν τα προλεχθέντα, οι διατάξεις για τα αδικήματα διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, όπως προβλέπονται εκ του άρθρου 396 ΠΚ, εγείρουν προβληματισμούς και χρήζουν περαιτέρω τροποποιήσεων. Οι παραπάνω σκέψεις μας αναγκάζουν να προβληματισθούμε σε σχέση με το πώς οριοθετούνται και ποινικοποιούνται ορισμένες συμπεριφορές. Δεν θα πρέπει εν προκειμένω να παραβιάζονται οι αρχές της νομιμότητας, της αναλογικότητας και της επικουρικότητας του Ποινικού Δικαίου.

Κλείνοντας, υποστηρίζεται σθεναρά ότι η διατήρηση μέσω του νέου άρθρου 396 ΠΚ των αξιόποινων συμπεριφορών της δωροδοκίας και δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα θεωρείται προβληματικό στοιχείο. Και τούτο διότι, όσον αφορά στον ιδιωτικό τομέα η υπόσχεση ή παροχή ανταλλάγματος ή ωφελήματος κάτω από συνθήκες παραβίασης της επαγγελματικής ηθικής, αποτελούν συχνά φαινόμενα της καθημερινότητας και τείνουν να αναδειχθούν σε κοινωνικά πρόσφορες συμπεριφορές. Κατά την άποψη αυτή λοιπόν, το να αναχθούν τέτοιου είδους αθέμιτες συναλλαγές σε ποινικά αδικήματα, με δεδομένο ότι λαμβάνουν χώρα αμιγώς στο πλαίσιο του ιδιωτικού τομέα, είναι δικαιοπολιτικά περιττό[19].

——————

[1] Criminal Law Convention on Corruption, no. 173, Strasbourg, 27.1.1999. Βλ. και Κοινή Δράση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα (1998), Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της Διαφθοράς (2003) και Απόφαση-Πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ.

[2] Βλ. άρθρα 36-37 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διαφθορά και άρθρα 21-22 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη Διαφθορά σε Μ.Καϊάφα-Γκμπάντι/ Θ. Παπακυριάκου, Στοιχεία Ενωσιακού Ποινικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2019, σελ. 85.

[3] Μάλιστα, η αιτιολογική έκθεση του Ν. 3560/2007 αναφέρει ότι τα φαινόμενα διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα πλήττουν ευθέως το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνία ως σύνολο, πρβλ. Μ.Καϊάφα-Γκμπάντι/ Θ.Παπακυριάκου, ό.π., σελ. 86.

[4] Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου,(2012). Η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα: νεότερες εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ποινική Δικαιοσύνη, 15 (1), 38-49, σελ 40. Βλ. και άρθρο 37 παρ.1 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, no 173 (1999).

[5] Αιτιολογική έκθεση Ν.4619/2019, εικοστό τρίτο κεφάλαιο.

[6] Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., σελ. 41.

[7] Α. Χαραλαμπάκης. Ο Νέος Ποινικός Κώδικας- Συνοπτική ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4619/2019, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 338.

[8] Ό.π., σελ. 40.

[9] Η.Αργυροηλιόπουλος. Η ιδιωτική και δημόσια διαφθορά ως έγκλημα αθέμιτου ανταγωνισμού- Μια προσέγγιση υπό το πρίσμα των επιχειρηματικών συναλλαγών, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σελ. 16. Ν.Μπιτζιλέκης. Η διαφθορά ως νομικό και πολιτικό πρόβλημα, ΠοινΧρ 2009, σελ. 97 επ. (99).

[10] Α.Διονυσοπούλου. Σκέψεις για την ενεργητική και παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, σε Τιμ. Τομ. για τον Α. Καρρά, σελ 61-62.

[11] Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., σελ. 42-43.

[12] Κ.Χατζηκώστας (2010). Η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα. Νομική Βιβλιοθήκη. σελ. 72.

[13] Βλ. άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος: «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της».

[14] Μ.Καΐάφα-Γκμπάντι. Σύγχρονες εξελίξεις του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Ποινικού Δικαίου, ΕνΕλλΠοιν, 2009, σελ. 186.

[15] Κ.Χατζηκώστας, ό.π., σελ. 17.

[16] Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., σελ. 43.

[17] Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., σελ. 48-49.

[18] ibid.

[19] Α. Χαραλαμπάκης, ό.π., σελ. 339.

Κ.Κοσμάτος, Η στέρηση της ελευθερίας των ανηλίκων: η εξαίρεση που μπορεί να γίνει κανόνας

Η στέρηση της ελευθερίας των ανηλίκων: η εξαίρεση που μπορεί να γίνει κανόνας

 

(Πρώτη δημοσίευση στην Εφημερίδα των Συντακτών, φύλλο της 10/1/2024, διαθέσιμο σε: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/418017_i-sterisi-tis-eleytherias-ton-anilikon-i-exairesi-poy-mporei-na-ginei)

 

Κώστας Κοσμάτος,

Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

 

         Ήδη στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Ν 2101/1992) γίνεται ρητά αναφορά στην αποφυγή της υπερβολικής χρήσης στερητικών της ελευθερίας μέτρων στους ανηλίκους δράστες, έτσι ώστε αυτά να αποτελούν το έσχατο μέσο (ultima ratio) μεταχείρισής τους, μόνο σε εξαιρετικές (από άποψη σοβαρότητας της πράξης) περιπτώσεις, όπως επιτάσσει η αρχή της αναλογικότητας.

         Στο πλαίσιο αυτό ο Έλληνας ποινικός νομοθέτης ανταποκρίθηκε, καθώς προέβλεψε ότι οι ανήλικοι που «κινδυνεύουν» με εγκλεισμό σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων θα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους και η πράξη τους να είναι κακούργημα και να εμπεριέχει στοιχεία βίας ή να στρέφεται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Η παραπάνω επιλογή είναι απολύτως σύμφωνη με τις αρχές που διαγράφονται σε διεθνή κείμενα, όπως στους «Στοιχειώδεις Κανόνες των Ηνωμένων Εθνών για την Απονομή Δικαιοσύνης σε ανηλίκους» (Κανόνες του Πεκίνο) και στις «Κατευθυντήριες Γραμμές των Ηνωμένων Εθνών για την Πρόληψη της παραβατικότητας των ανηλίκων» (Κανόνες του Ριάντ).

         Με το ΣχΝ του Υπουργείου Δικαιοσύνης οι παραπάνω προϋποθέσεις για την επιβολή του περιορισμού σε τροποποιούνται, καθώς θα αρκεί για την επιβολή του εγκλεισμού η τέλεση (οποιουδήποτε) κακουργήματος, ανεξάρτητα από το είδος του εγκλήματος (βίας) ή του ύψους της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής. Αντίστοιχα, στο πεδίο της προδικασίας, διευρύνεται η δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε όλες τις περιπτώσεις τέλεσης κακουργήματος από ανήλικο.

         Η επίσημη αιτιολογία της τροποποίησης αυτής έχει δύο αντιφατικούς άξονες:

         α) Ότι «με την υφιστάμενη διάταξη έχουν εντοπιστεί να ευρίσκονται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου της διάταξης περιπτώσεις σοβαρότατων κακουργημάτων μείζονος ποινικής και κοινωνικής απαξίας (λ.χ. διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη προώθηση αλλοδαπών)». Ωστόσο, εάν τούτο ήθελε πράγματι ο νέος νομοθέτης, θα έθετε ως προϋπόθεση την πρόβλεψη για υψηλή απειλούμενη στο νόμο ποινή (π.χ. την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών) και όχι την τέλεση οποιουδήποτε κακουργήματος (δηλαδή και των διακεκριμένων κλοπών).

         β) Ότι «οι οριζοντίως ευμενείς διατάξεις για τους ανήλικους επιφέρουν συχνά αντίθετα αποτελέσματα καθώς τους καθιστούν πρόσφορους σε εκμετάλλευση από εγκληματικές οργανώσεις (π.χ. για να διακινούν ναρκωτικά) επειδή ακριβώς δεν απειλούνται με στερητικές ελευθέριας ποινές λόγω της ανηλικότητας». Είναι, όμως, απορίας άξιο γιατί η προτεινόμενη «προστασία» των ανηλίκων από την εκμετάλλευσή τους από εγκληματικές οργανώσεις δεν απαντάται με αυστηροποίηση των πράξεων των εγκληματικών οργανώσεων, αλλά με αυστηροποίηση των ευάλωτων ανηλίκων.

         Είναι εμφανές ότι η θεωρητική αφετηρία της παραπάνω πρόβλεψης έχει σχέση με την παγίωση του δόγματος «νόμος και η τάξη», που αποτελεί ένα βασικό εργαλείο που χρησιμοποιείται προκειμένου να νιώσει ασφάλεια η κοινότητα, με τη δημιουργία ανελαστικών αντιλήψεων που στηρίζονται στον φόβο και νομιμοποιούν αυταρχικές κατασταλτικές μεθόδους.  Χαρακτηριστική κορύφωση της προσέγγισης αυτής αποτελεί η απόδοση «μηδενικής ανοχής» σε χαρακτηρισμένες ως παρεκκλίνουσες ομάδες και εγκληματικές συμπεριφορές: ο στόχος είναι να εξουδετερωθεί ο «εσωτερικός εχθρός» και με τον τρόπο αυτό να νιώσει ασφάλεια η κοινότητα. Συνεπώς, η αντιμετώπιση της ανήλικης εγκληματικότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται δραστικά με την πρώτη της εμφάνιση, καθώς σε διαφορετική περίπτωση το «μέλλον» του ανηλίκου δράστη διαγράφεται απολύτως εγκληματικό.

         Η παραπάνω επιλογή, έχει σίγουρα επικοινωνιακό προβάδισμα, ωστόσο δεν συνεκτιμά ότι η στέρηση της ελευθερίας των ανηλίκων επιτείνει τον στιγματισμό τους, ενισχύει την ιδρυματοποίησή τους και τους οδηγεί μαθηματικά στην υποτροπή τους. Ιδίως, όταν η στέρηση της ελευθερίας των ανηλίκων υλοποιείται υπό τις γνωστές δυσμενείς συνθήκες και με κυρίαρχα τιμωρητικό προσανατολισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Συνήγορος του Πολίτη σε Έκθεση – Αυτοψία του το 2015 στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Κορίνθου, υποστηρίζει, ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί η κατάργηση της κράτησης των ανηλίκων σε φυλακές, ενώ η διατήρησή της θα πρέπει να προβλέπεται μόνο για ελάχιστες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων, όπως λ.χ. εγκλήματα κατά της ζωής και αποκλειστικά ως έσχατη λύση για αυτούς που έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους.

         Η άσκηση αντεγκληματικής πολιτικής στο πεδίο των ανηλίκων δραστών απαιτεί μεθοδολογία και αναλυτικό σχεδιασμό, ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο, αφομοίωση εμπειριών, αλλαγή στάσεων και αντιλήψεων (με αποστασιοποίηση από την καλλιέργεια του φόβου του εγκλήματος στην κοινή γνώμη, όπως καλλιεργείται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης), τόλμη αλλά και πολιτική/ιδεολογική θέση με κοινό συνεκτικό άξονα την υιοθέτηση της βασικής αρχή της διαπαιδαγώγησης που (κατά τα διεθνή πρότυπα πρέπει να) διέπει την ποινική μεταχείριση των ανηλίκων.

Κοινό Δελτίο Τύπου Αρείου Πάγου – Εισαγγελίας Αρείου Πάγου σχετικά με αιτήματα προς την Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ                                                 ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 2024

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

         Σχετικά με τα από 10/1/2024 αιτήματα, που υπέβαλαν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, ΣΥΡΙΖΑ -Προοδευτική Συμμαχία και ΠΑΣΟΚ -Κίνημα Αλλαγής, στη Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του Κοινοβουλίου για αποστολή στοιχείων της προκαταρκτικής πειθαρχικής διαδικασίας, που αφορούσε στην άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων της εισαγγελικής λειτουργού κ. Β.Βλάχου και την κλήση προς εμφάνιση ενώπιον αυτής, τόσο της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κ. Ελ. Φραγκάκη, Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, που αρχειοθέτησε το πόρισμα της προκαταρτικής πειθαρχικής εξέτασης, όσο και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου κ. Ευδ.Πούλου, που εισηγήθηκε αυτό, επισημαίνουμε προς κάθε κατεύθυνση τα ακόλουθα:

         Θεμελιώδης αρχή του Δημοκρατικού Πολιτεύματος είναι η διάκριση των Λειτουργιών του Κράτους, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής. Ουσιώδης έκφραση της αρχής αυτής είναι η ανεξαρτησία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και η απαγόρευση των άλλων λειτουργιών να παρεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτήν.

         Στο πνεύμα αυτό ο συνταγματικός και ο κοινός νομοθέτης, ρυθμίζοντας τις σχέσεις των λειτουργιών, μεταξύ άλλων, έχουν καθορίσει ότι ο πειθαρχικός έλεγχος όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κάθε βαθμίδος δεν μπορεί να αναφέρεται στην δικαιοδοτική τους κρίση και διεξάγεται αποκλειστικά από τα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά όργανα, με διαδικασία η οποία είναι μυστική έναντι πάντων, με μόνη εξαίρεση την δημόσια συνεδρίαση πειθαρχικών δικαστηρίων.

         Στο άρθρο 43Α παρ.1 του Κανονισμού της Βουλής προβλέπεται ότι η Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας μπορεί να καλεί σε ακρόαση τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων , τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον γενικό επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τον γενικό επίτροπο των διοικητικών δικαστηρίων «για θέματα που αφορούν σε λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης προς το σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας». Από τη σαφή και ρητή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης ουδόλως προκύπτει ότι στα ζητήματα αυτά ανήκει ο εξατομικευμένος πειθαρχικός έλεγχος δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

         Συνεπώς, η εκ μέρους των δικαστικών αρχών διαβίβαση εγγράφου ή αναφορά στο περιεχόμενο πειθαρχικής διαδικασίας, πολλώ δε, μάλλον, η παροχή εξηγήσεων και πληροφοριών σχετικών με δικαιοδοτική κρίση επί πειθαρχικής διαδικασίας εκ μέρους δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, ή οποιουδήποτε άλλου πολιτειακού οργάνου είναι αντίθετες προς τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της νομοθεσίας. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι ως Εισαγγελέας της Ε.Υ.Π. κατά το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3649/2008 ορίσθηκε με σημερινή απόφαση του αρμοδίου προς τούτο, δυνάμει του άρθρου 48 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, Ανωτάτου, Δικαστικού Συμβουλίου ο Αντεισαγγελέας Εφετών κ. Νικ.Ορνεράκης σε αντικατάσταση της Εισαγγελέως Εφετών κ. Β. Βλάχου. Επιπλέον η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγιου Κ. Ευδ.Πούλου έχει οριστεί ως εισαγγελέας του άρθρου 4 παρ.2 του ν. 5002/2022 και όχι ως εισαγγελέας του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3649/2008.

         Από τις ανωτέρω διατάξεις καθίσταται σαφές ότι τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ένα μόνον τρόπο γνωρίζουν για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Δικαστικής Λειτουργίας : την αυστηρή τήρηση του Συντάγματος και των Νόμων.

         Αντίστοιχα, σαφές είναι ότι η αυστηρή τήρηση των ανωτέρω αρχών και κανόνων είναι καθήκον και υποχρέωση όλων.

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος                                                           Κωνσταντίνος Τζαβέλλας

Αρεοπαγίτης                                                                                 Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου

Εκπρόσωπος Τύπου του                                                                 Εκπρόσωπος Τύπου της

Αρείου Πάγου                                                                                Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου

Γ.Κτιστάκης, Παρατηρήσεις στο Σχέδιο για την ποινική δίκη

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ

Γιώργος Κτιστάκης,

Δ.Ν. Αντεισαγγελέας Α.Π. επιτ.

 

 

         «Σκοπός του παρόντος είναι η επιτάχυνση η ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης μέσω συγκεκριμένων παρεμβάσεων στον Ποινικό Κώδικα… η βελτίωση και ο εξορθολογισμός του νομικού πλαισίου…» κλπ. Αυτοί είναι οι στόχοι που θέτει το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

         Εντούτοις διαπιστώνω ότι υπάρχουν ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις που λείπουν από το σχέδιο ως αποτέλεσμα του ότι αποφεύγεται να θιγούν τα στενά και ανορθολογικά ‘’συντεχνιακά συμφέροντα’’ δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων. Αναγνωρίζω ότι οι απόψεις αυτές είναι ακανθώδεις και δυσχερείς στην αποδοχή τους. Παρά ταύτα αυτές οι τομές θα επαναφέρουν τις αρχές του κράτους δικαίου και της απρόσκοπτης λειτουργίας της απονομής της δικαιοσύνης σε πρώτη προτεραιότητα και πέρα από τα ‘’συμφέροντα’’ που κρίνεται (και κρινόταν έτσι πάντα) ότι δεν μπορούν να θιγούν. Σαφές όμως είναι ότι η προηγούμενη θέσπισή τους θα καταστήσει δυνατό τον εξορθολογισμό της λειτουργίας απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές είναι εκείνες που όσοι τις ενστερνίζονται αναγνωρίζουν αντικειμενικά την αναγκαιότητά τους και την καταλυτική συνεισφορά τους στη δυνατότητά τους να εξοβελίσουν τις παρούσες αβελτηρίες και να καταστήσουν εφικτό τον εξορθολογισμό. Ταυτόχρονα διαπιστώνουν ότι ενδεχόμενη προώθησή τους θα τους έφερνε αντιμέτωπους με ένα ‘’μέτωπο’’ αντιδράσεων και θα ματαίωνε την όποια προσπάθεια (ελλιπούς και αναποτελεσματικού) εξορθολογισμού, με αποτέλεσμα να κρίνονται εκποδών και να μην περιλαμβάνονται στο σχέδιο. Αυτό όμως θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε άλλη μια χαμένη ευκαιρία, όπως τόσες και τόσες που προηγήθηκαν στην Ελλάδα. Το θέλουμε όμως αυτό; Θέλουμε να επαναλάβουμε τα ‘’μπαλώματα’’ του παρελθόντος ή αποφασίζουμε σήμερα να προχωρήσουμε σε τομές παραβλέποντας τις αντιδράσεις; Και η απορία τίθεται ωμά: Επιθυμούμε να κάνουμε άλλη μια υποχώρηση όπως στην προσπάθεια Γιαννίτση-Τσακλόγλου-Σπράου με την αναμόρφωση του ασφαλιστικού το 2001 (περιττό να θυμίσω την απόσυρσή του τότε, και όσα επακολούθησαν μετά το 2008. Άλλωστε η κατάσταση σήμερα στη Δικαιοσύνη είναι ανάλογη με την τότε στο Ασφαλιστικό).  Ιδού η απορία.

         Στα πλαίσια του παρόντος –ελλιπούς και αποσπασματικού όπως παραπάνω προεισαγωγικά εξέθεσα– κειμένου δεν θα εκφέρω γνώμη για τις διατάξεις του σχεδίου (εκτός από μία περίπτωση), διότι εκτιμώ πως, προέχει να τεθούν υπόψη της Βουλής ορισμένες ακόμα διατάξεις στο σχέδιο προς ψήφιση. Έτσι αφού λάβουν και αυτές υπόψη, εκ των ων ουκ άνευ νομίζω, να μπορέσει να προχωρήσει η νομοθέτηση. Επομένως πριν την παράθεση και προσέγγιση των νέων διατάξεων, δεν έχει κανένα νόημα η ανάλυση του συνόλου των νέων προτάσεων. Βεβαίως και αναλαμβάνω συνειδητά τον ‘’κίνδυνο’’ να είμαι δυσάρεστος προς πρώην συναδέλφους μου και του λοιπούς παράγοντες απονομής της Δικαιοσύνης.

         Όπως όλοι έχουμε ουσιαστικά συνειδητοποιήσει, ακόμα και αν δεν το ομολογούμε (κατ’ ιδίαν και μόνο στον εαυτό μας) οι βασικότερες παθογένειες κατά την απονομή της δικαιοσύνης είναι αυτές για τις οποίες το σχέδιο δεν κάνει λόγο. Έχουν σχέση με τους δικαστικούς λειτουργούς, τους δικηγόρους, τους δικαστικούς υπαλλήλους και τις υλικοτεχνικές υποδομές. Δηλαδή:

         Ι. Η μεγαλύτερη μάστιγα είναι οι αλλεπάλληλες αναβολές με αίτημα του ενός διάδικου (ή και των δύο). Συνήθως οι συνήγοροί τους έχουν κάποια άλλη δίκη. Κατανοητό. Η απάντηση όμως σ’ αυτό είναι πως βεβαίως και θα δοθεί αναβολή, αυτή όμως θα (πρέπει να θεσπιστεί ότι θα) είναι η μία και μοναδική και θα μπορεί να δοθεί για κάποια άλλη δικάσιμο αλλά με την ίδια σύνθεση (είναι άλλωστε γνωστό πως συχνά το αίτημα της αναβολής δεν εδράζεται σε παράλληλη εργασία, αλλά στο ότι μέλος, ή μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου δεν είναι ‘’αρεστά’’ (χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις). Έτσι οι αναβολές θα σταματήσουν. Άλλωστε η τεχνική επίλυση του προβλήματος είναι απλή: ένας προγραμματιστής θα καταρτίσει το πρόγραμμα για τον Η.Υ. λαμβάνοντας υπόψη του πόσες φορές μηνιαίως ένας δικαστικός λειτουργός δικάζει σε ποινικά και αστικά δικαστήρια ώστε να το συνυπολογίσει. Ενδεχομένως η εμβόλιμη δικάσιμος της αρχικής σύνθεσης να είναι μόνο για μία υπόθεση. Ουδείς απασχολήθηκε διαχρονικά με τις αναβολές που ορισμένοι (και όχι σπάνια οι ίδιοι) δικαστικοί χορήγησαν περισσότερες της μιας αναβολές στην ίδια υπόθεση. Όταν δημοσιεύτηκε ότι ανώτατος δικαστής, όχι από τον Άρειο Πάγο, είχε χορηγήσει είκοσι μία (21) αναβολές στην ίδια υπόθεση, ο κόσμος θορυβήθηκε, αλλά δεν κατάφερα να βρω διάψευση από την ηγεσία του συγκεκριμένου δικαστηρίου δηλαδή: ‘’αυτό δεν συνέβη και είναι ψευδές’’ (άλλωστε η βέβηλη σκέψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται να άρει τα προβλήματα ‘’θίγοντας τα όσια και ιερά’’: δεν πρέπει να κακοκαρδίσουμε κανέναν παράγοντα της απονομής και κυρίως όχι δικαστές και δικηγόρους)

         ΙΙ. Οι δικαστικοί γραμματείς προβάλλουν ένσταση για το χρόνο απασχόλησής τους και τον φόρτο εργασίας. Κατανοητό εν μέρει, διότι όταν τους ζητήθηκε επανειλημμένα μια δίωρη παράταση εκδίκασης (από τις 15.00 στις 19.00) αρνήθηκαν. Επομένως οι πρόχειρες λύσεις είναι η καθιέρωση ειδικής ‘’υπερωρίας για τη συγκεκριμένη παράταση του ωραρίου’’ και η αύξηση του αριθμού των δικαστικών υπαλλήλων. Παράλληλα η πλήρης μηχανογράφηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης όλου του όγκου των αρχείων. Η ρηξικέλευθη λύση θα ήταν να ανατεθεί σε ιδιωτική επιχείρηση η γραμματειακή υποστήριξη της Δικαιοσύνης με μαγνητοφώνηση της συνεδρίασης και αυτόματη καταγραφή σε γραπτό κείμενο (που είναι η ασφαλέστερη και ταχύτερη λύση) χωρίς άλλες προσλήψεις.

         ΙΙΙ. Α. Η επιθεώρηση: Οι δικαστικοί λειτουργοί εργάζονται μεν σκληρά, ανά ημερήσιο χρόνο απασχόλησης, αλλά όχι ουσιαστικά, διότι άλλο η περάτωση των εκκρεμών δικογραφιών που χειρίζονται και των υποθέσεων που εκδικάζουν στα ακροατήρια, και άλλο η ποιότητα της εργασίας τους. Καταναλώνουν χρόνο στην έδρα των δικαστηρίων, ή στο σπίτι τους για τη σύνταξη αποφάσεων-προτάσεων κλπ. Και συντάσσουν εκτενείς προτάσεις, αποφάσεις. Κρίνονται όμως με ενιαίο τρόπο για την ποιότητα της εργασίας τους με βάση την αξιολογική κρίση του εκάστοτε επιθεωρητή (που δεν είναι η ίδια-ενιαία από όλους του επιθεωρητές: αυτοί ελέγχουν την τρέχουσα χρονιά, αλλά όχι σε συνδυασμό με τις προηγούμενες. Ανεξάρτητα). Έτσι, άλλα εκτιμούν οι επιθεωρητές τη μια χρονιά και άλλα οι συνάδελφοί τους την επόμενη, έτσι που η ποσότητα συχνά θα υπερκεράσει την ποιότητα. Θα ήθελα να ελπίσω ότι κάποια στιγμή ο Α.Π. θα αντιμετωπίσει συνολικά βασικά θέματα και να ενιαιοποήσει τη νομολογία του σε συσχέτιση με η εξέλιξη της θεωρίας και να καταστήσει ενιαίο τον τρόπο αξιολόγησης στην επιθεώρηση. Έτσι θα μπορούσε να υπάρξει ενιαία προσέγγιση όλης της επιθεώρησης και να τεθούν για όλους τα ίδια κριτήρια και (ευκταίον κατ’ εμέ) να γίνεται η αξιολόγηση αυστηρότερα έχοντας προσεγγίσει με σαφήνεια την εξέλιξη σε βάθος χρόνου. Όχι σπάνια οι δικαστικοί αγνοούν τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας και δεν μπορούν να συλλάβουν λεπτές έννοιες. Β. Η επιείκεια: οι δικαστικοί επίσης από άγνοια, φόβο ή κακώς νοούμενη νοοτροπία είναι τόσο επιεικείς που προκαλούν το γέλιο. Γ. Οι δικηγόροι προσλαμβάνονται από τον πελάτη τους και οφείλουν να κάνουν το καλύτερο γι’ αυτό, ακόμα από τη μία δικάσιμο στην επόμενη υποστηρίζουν διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Δ. Η ταχύτητα. Τέλος θεωρώ ότι η απονομή της δικαιοσύνης απαιτεί ποιότητα, αλλά και ταχύτητα. Διαπιστώνουμε όμως ότι μπορεί η ποιότητα να είναι σχετικά επαρκής, η ταχύτητα όμως είναι σχεδόν σπάνια. Υποτίθεται ότι οι υποψήφιοι της Σχολής Δικαστών βλέπουν και έναν ψυχολόγο. Δεν διαπιστώνουμε όμως αν ο συγκεκριμένος εκτιμά και την δυναμική του υποψήφιου δικαστικού να αντεπεξέλθει στον ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο εργασίας και στις απαιτήσεις της εργασίας. Έτσι έχουμε πλείστα όσα παραδείγματα αξιόλογων υποψηφίων με τις καλύτερες περγαμηνές σπουδών και επιτυχίας στις εξετάσεις και στη Σχολή να αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εργασίας: καθυστερήσεις επί καθυστερήσεων, παραινέσεις από προϊσταμένους και επιθεωρητές που αγνοούνται κυρίως από αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της εργασίας. Άρα θα πρέπει να παρέμβει ο Α.Π. και να εφαρμόσει το νόμο. Κυρώσεις στους καθυστερούντες και άμεση απομάκρυνση από το δικαστικό σώμα, χωρίς ολιγωρία. Αν συνεχιστεί η παρούσα κατάσταση δεν θα υπάρχει πλέον δικαιοσύνη ή καλύτερα θα διαιωνιστεί η σημερινή κατάσταση.

         ΙV. Η μία διάταξη του σχεδίου στην οποία θα αναφερθώ είναι αυτή που προβλέπει την εκδίκαση με ανάγνωση της μαρτυρικής κατάθεσης μήνυσης του αστυνομικού. Δηλαδή ‘’πώς θα μπορέσουμε να δικάσουμε ενώ θα έχει παραβιαστεί η υποχρέωση παρουσίας του μάρτυρα στο δικαστήριο. Πώς θα του θέσουμε ερωτήσεις, επομένως θα παραβιαστεί στοιχειώδες δικαίωμά μας’’. Ορθό λοιπόν το βήμα του σχεδίου, αλλά μετέωρο: α)θα έχει δίκαιο ο κατηγορούμενος να διαμαρτύρεται για την παραβίαση δικαιωμάτων του. β)θα έχει επίσης δίκαιο αυτός που θα διαμαρτυρηθεί για την ελλιπή αστυνόμευση. Διότι θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε το ανάγλυφο της Ελλάδας. Έτσι σε μια νησιωτική, σε μεγάλο βαθμό, χώρα θα μετακινείται καθημερινά αριθμός αστυνομικών ή άλλων Δ.Υ. για να μεταβεί στην έδρα του δικαστηρίου και να επιστρέψει. Αν υπολογίσουμε τον αριθμό των δικαστηρίων που συνεδριάζουν καθημερινά σε όλο το Αιγαίο και εν μέρει στο Ιόνιο και συνυπολογίσουμε τον αριθμό των αστυνομικών, λιμενικών και λοιπών υπαλλήλων που δεν θα είναι στην έδρα τους θα τρομάξουμε. Η λύση όμως είναι απλή, αν και επιβάλλει επιπλέον επενδύσεις: έτσι ώστε ο μάρτυρας να εμφανιστεί σε κάποια τοπική δημόσια υπηρεσία όπου θα υπάρχει δυνατότητα βιντεοσκόπησης και ταυτόχρονης διαδικτυακής σύνδεσης με την έδρα του δικαστηρίου όπου θα εγκατασταθεί αντίστοιχος τεχνολογικός εξοπλισμός. Ο μάρτυρας θα καταθέτει από μακριά, το δικαστήριο και οι παράγοντες θα του θέτουν τις ερωτήσεις που έχουν και αυτός θα απαντήσει. Απλό: δεν θα παραβιαστούν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ούτε θα μειωθεί η λειτουργικότητα της υπηρεσίας στην οποία ανήκει, αρκεί να διατεθούν επιπλέον κονδύλια για την προμήθεια, τοποθέτηση και ασφαλή λειτουργία του συστήματος. Οι λύσεις είναι απλές για όλους εκτός από τον fiscus και τον προϊστάμενο υπουργό.

Π.Μπρακουμάτσος, σκέψεις στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί επιτάχυνσης και ποιοτικής αναβάθμισης της ποινικής δίκης μέσω παρεμβάσεων στον ΠΚ και στον ΚΠΔ

Σκέψεις στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί επιτάχυνσης και ποιοτικής αναβάθμισης της ποινικής δίκης μέσω παρεμβάσεων στον ΠΚ και στον ΚΠΔ

 

Παναγιώτης Μπρακουμάτσος, Αντεισαγγελέας ΑΠ ε.τ.

 

 

I). Με το παρόν σχέδιο Νόμου ναι μεν δεν θεσπίζονται νέοι ΠΚ και ΚΠΔ, πλην όμως η έκταση των παρεμβάσεων ουσιαστικά αλλάζει εκ θεμελίων την φιλοσοφία των Κωδίκων που ψηφίσθηκαν τον Ιούλιο του 2019 σε σημείο που μπορούμε να μιλάμε για νέους Κώδικες. Η παρούσα πραγμάτωση του θέματος δεν αποσκοπεί στην ανάλυση των επί μέρους διατάξεων, αλλά στην κατάδειξη της ιδεολογίας που υποδόρια διαπνέει το σχέδιο και τον αλυσιτελή τρόπο με τον οποίο επιχειρείται για μια εισέτι φορά η επιτάχυνση της ποινικής δίκης.

 

II). Ποινικός Κώδικας.

Το ποινικό Δίκαιο είναι πεδίο σύγκρουσης ηθικών αξιών και εντεύθεν αντιπαράθεση ιδεολογικών ρευμάτων . Περαιτέρω η πολιτική σκοπιμότητα καθίσταται έκδηλη με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το δόγμα του ποινικού Δικαίου  που αποτελεί θεμέλιο της ποινικής του υπόστασης.

Συγκεκριμένα το σχέδιο  τόσο στο Γενικό μέρος, όσο και στο ειδικό διακρίνεται από μια έντονη τιμωρητική διάθεση, χωρίς ωστόσο η εμπειρική πραγματικότητα, την οποία αποφεύγει και να παρουσιάσει , να δικαιολογεί μια τέτοια μεταστροφή μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ψήφιση των Κωδίκων το 2019. Πλέον ειδικότερα :

Α) Με το άρθρο 9 του Σχ επανέρχεται το μέτρο ασφαλείας της απέλασης . Η επαναφορά αυτή θα φέρει αντιφατικές λύσεις , καθόσον υφίσταται η διοικητική απέλαση. Η απέλαση σε πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες αποτελεί αμιγώς διοικητικό μέτρο (βλ. αιτιολ. έκθεση ισχύοντος ΠΚ).

Β) Επαναφέρεται η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται παντελώς ο χαρακτήρας της στερητικής της ελευθερίας ποινής (πρωτοτυπία του προϊσχύσαντος ΠΚ), την οποία επιτυχώς κατάργησε ο ισχύων ΠΚ. Κατ αυτό το τρόπο η πραγματική έκτιση των ποινών που επιδιώκει το σχέδιο (ορισμένες φορές ομολογουμένως επιτυχής) εξακοντίζεται.

Γ) Υφ όρον απόλυση.

Με το άρθρο 21 του σχ τροποποιούνται οι προϋποθέσεις της υφ’ όρον απόλυσης και τίθεται επιπλέον, ως προϋπόθεση η επικινδυνότητα του εγκλήματος. Η προϋπόθεση αυτή δεν υπάρχει στον ισχύοντα ΠΚ ούτε στον προϊσχύσαντα. Για τον τελευταίο χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ψηφίσθηκε το 1951 στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου τα πολιτικά πάθη ήταν οξυμένα και η νικήτρια πολιτική παράταξη κατά τον εμφύλιο πόλεμο, παρά τα πάθη  και την επιθυμία της να εξουδετερώσει του πολιτικούς της αντιπάλους, δεν περιέλαβε την επικινδυνότητα, ως προϋπόθεση, για την χορήγηση του ανωτέρω ευεργετήματος. Η επικινδυνότητα  του εγκλήματος, παρά τις κατά καιρούς αντιρρήσεις, είναι υπαρκτό μέγεθος στο χώρου του ποινικού δικαίου και της εγκληματολογίας, ωστόσο για να ληφθεί υπόψη είτε στην επιμέτρηση της ποινής είτε στην υφ’ όρον απόλυση, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με έννοιες περιγραφικές και όχι αξιολογικές και προπάντων αόριστες, όπως συμβαίνει στο σχέδιο. Αν ψηφισθεί η ρύθμιση αυτή τότε το ευεργέτημα αυτό τίθεται εκποδών, αφού όλα τα κακουργήματα ενέχουν επικινδυνότητα και συνεπώς τα δικαστικά συμβούλια θα μπορούν, χωρίς αιτιολογία να απορρίπτουν σωρηδόν τις σχετικές αιτήσεις.

Δ) Με το άρθρο 34 του σχδ  προστίθεται άρθρο 265 Α σύμφωνα με το οποίο στην περίπτωση εμπρησμού δασών είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια το δικαστήριο δύναται να δημεύσει τη περιουσία του καταδικασθέντος. Η παρεπόμενη αυτή ποινή εκτός του ότι υποδηλώνει μια σαφή, αλλά δυσανάλογη, τιμωρητική διάθεση του νομοθέτη , απότοκη τόσο ιδεολογικής προκατάληψης, όσο και κελευσμάτων της τεχνητά διαμορφωμένης κοινής γνώμης, αντιστρατεύεται την αρχή της αναλογικότητος, αφού η δήμευση ολόκληρης της περιουσίας του καταδικασθέντος υπερακοντίζει την βαριά τιμωρία του σε ποινή της στερητικής της ελευθερίας.

Ε) Με το άρθρο 43 του σχεδ η παραβίαση της υποχρώσης προς διατροφή διώκεται αυτεπάγγελτα, ενώ το αδίκημα αυτό εντάσσεται στο 20ο κεφ και αφορά στις οικογενειακές σχέσεις, όπου η αυτεπάγγελτη δίωξη στερείται ουσιαστικού νοήματος.

ΣΤ) Με το άρθρο 44 τροποποιείται το άρθρο 363 ΠΚ έτσι ώστε να μην θεωρούνται τρίτοι τα δημόσια πρόσωπα που λαμβάνουν γνώση των δυσφημιστικών γεγονότων. Η μεταβολή αυτή μάλλον ικανοποιεί συντεχνιακές αντιλήψεις των δικαστικών λειτουργών της ουσίας παρά υπακούει σε κάποια δογματική συμμόρφωση η διορθωτική παρέμβαση

Οι παρατηρήσεις μας αυτές είναι μερικές από τις οποίες μπορούσαμε να κάνουμε  και δεν θέλαμε στα πλαίσια αυτού του σύντομου σημειώματος να επεκταθούμε και σε άλλες. Απλώς επιθυμούμε  να τονίσουμε πόσο η ιδεολογική προκατάληψη αυστηροποιεί ορισμένες διατάξεις , χωρίς να στηρίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, ενώ παράλληλα νοθεύει το δόγμα ενός φιλελεύθερου ποινικού δικαίου.

 

II) Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Α) Στο άρθρο 59 του σχεδ προβλέπεται η αύξηση της καθ ύλην αρμοδιότητας του Μον Εφετείου με την προσθήκη της εκδίκασης των  εφέσεων  κατά αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου. Η ρύθμιση αυτή υποβαθμίζει το τριμελές πλημμελειοδικείου, καθόσον οι εφέσεις κατ αποφάσεων αυτού θα εκδικάζονται από έναν δικαστή, έστω και εφέτη. Δηλαδή η κρίση τριών δικαστών θα ελέγχεται από ένα μόνο δικαστή, κάτι καινοφανές όχι μόνο στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο, αλλά και στο ευρωπαϊκό.

Β) Στο άρθρο 61 του σχεδίου τροποποιείται η καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Μον Πλημμελειοδικείου και πλέον θα εκδικάζονται από αυτό όλα τα πλημμελήματα του ειδικού μέρους του ΠΚ και αυτά των ειδικών ποινικών νόμων, εκτός από αυτό του άρθρου 302 ΠΚ και του 12ου κεφαλαίου αυτού.

Η τροποποίηση αυτή είναι καθόλα ατυχής, καθόσον υποβαθμίζει πλήρως την ακροαματική διαδικασία και την εν γένει απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αφού το σύνολο των πλημμελημάτων θα εκδικάζονται από ένα δικαστή, ο οποίος στις περισσότερες των περιπτώσεων , ειδικά στα μικρά πρωτοδικεία, θα είναι άπειρος. Η τροποποίηση αυτή διαπνέεται από το πνεύμα της επιτάχυνσης, η οποία είναι εν προκειμένω αλυσιτελής, ενώ θέτει σε κίνδυνο της ασφάλεια της ποινικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω καταργείται η δυνατότητα προσφυγής , κατ άρθρο 322ΚΠΔ, καθόσον η πλειονότης των πλημμελημάτων θα εκδικάζεται από το Μονομελές πλημμελειοδικείο. Κατ αυτό τον τρόπο η δυνατότητα ελέγχου τυχόν αβασάνιστων παραπομπών εκλείπει.

Γ) Με το άρθρο 63 του σχεδίου τροποποιείται η παρ 3 του άρθρου 215 ΚΠΔ και πλέον οι αστυνομικοί και λοιποί προανακριτικοί υπάλληλοι  που κατέθεσαν στην προδικασία, δεν καλούνται στο ακροατήριο, παρά μόνο κατ εξαίρεση. Εν προκειμένω η επιχειρείται, όπως η ποινική δίκη, στο βωμό της επιτάχυνσης, να καταπέσει σε μια διαδικασία ανάγνωσης εγγράφων . Κατ αυτό τον τρόπο καταπατώνται θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας σε ουδεμία περίπτωση συνεπάγεται την μετάλλαξη της ποινικής δίκης σε μια τυπική διαδικασία , κατά την οποία και η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και το κυρίως υποκείμενο της ποινικής δίκης, ο κατηγορούμενος, αγνοούνται παντελώς. Φαίνεται ότι οι εμπνευστές της διάταξης αυτής αντλούν τα δικονομικά τους εφόδια στον 19ο αιώνα και πριν. Δυστυχώς!

Δ)  Με το άρθρο 69 του σχεδίου τροποποιείται η παρ 3 εδ α του άρθρου 291 ΚΠΔ και πλέον ο εισαγγελέας στις περιπτώσεις αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με π.ο απλώς ακούγεται, δίκην αγγελιαφόρου, και δεν διαβιβάζει γραπτή πρόταση. Ελπίζω την αλλαγή αυτή να μην την εμπνεύσθηκε εισαγγελικός λειτουργός , εφόσον πλέον ο εισαγγελέας, όπως θα καταδειχθεί και κατωτέρω, αρχίζει πλέον να έχει διακοσμητικό ρόλο στη ποινική δίκη.

Ε) Με το άρθρο 71 του σχεδ η κατ εξαίρεση παραπομπή ορισμένων κακουργημάτων με απ ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς ή του Μονομελούς Εφετείου ουσιαστικά καταργείται και πλέον τα κακουργήματα των ειδικών ποινικών νόμων, του 13ου και 14ου κεφαλαίου του ΠΚ (κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, εγκλήματα κατά των συγκοινωνιών) παραπέμπονται με απ ευθείας κλήση στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να έχει προηγηθεί η ενδιάμεση διαδικασία των δικαστικών συμβουλίων. Η καινοτομία αυτή είναι πρωτοφανής, διότι όχι μόνο δεν επιταχύνει την ποινική διαδικασία, αλλά αντίθετα οδηγεί μεγάλο μέρος κακουργηματικών υποθέσεων στο ακροατήριο με τα επακόλουθα αποτελέσματα. Η λύση αυτή δυστυχώς αγνοεί την δικαστηριακή πραγματικότητα, ενώ αγνοεί βασικούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα: α) η παράκαμψη της ενδιάμεσης διαδικασίας θα οδηγήσει χωρίς το φίλτρο που παρέχει αυτή σωρεία υποθέσεων στο ακροατήριο. Κατά αυτό τον τρόπο ναι μεν οι υποθέσεις θα οδηγούνται γρηγορότερα  στο ακροατήριο, όπου εκεί όμως θα στοιβάζονται και θα υπάρξει η μεγίστη καθυστέρηση, μεγαλύτερη αυτής που παρατηρείται σήμερα. β) αποδυναμώνεται η αξιολόγηση του ανακριτικού υλικού από τα δικαστικά συμβούλια  με αποτέλεσμα το ανακριτικό υλικό να μην ελέγχεται και το έργο της κυρίας διαδικασίας στο ακροατήριο να καθίσταται δυσχερές.[i] γ) Η δικαιοδοτική λειτουργία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών συρρικνώνεται επικίνδυνα με αποτέλεσμα το κύρος κυρίως των εισαγγελέων να πλήττεται ανεπανόρθωτα, αφού η επιστημονική τους κατάρτιση ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των προτάσεών τους στα δικαστικά συμβούλια. Αναρωτάται κάποιος, αν μια τέτοια εξέλιξη βρίσκει σύμφωνους τους εισαγγελείς ή μήπως οι τελευταίο στο βωμό της δήθεν επιτάχυνσης απεκδύονται μέγα μέρος της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας.

 

Επίμετρο

Η επιβράδυνση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης παρατηρείται με αυξανόμενο ρυθμό από την θέσπιση της , κατά τον 19ο αιών μέχρι σήμερα. Οι διαπιστώσεις για αυτό το φαινόμενο είναι πανομοιότυπες και κοινότοπες διαχρονικά. Η αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας αυτής επιχειρείται με εν πολλοίς αλυσιτελείς νομοθετικές ρυθμίσεις , οι οποίες και δεν εφαρμόζονται. Οι συντεχνιακές αντιλήψεις διακατέχουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στο χώρο της δικαιοσύνης  και αποτελούν μια από τις αιτίες για το φαινόμενο αυτό. Εν προκειμένω  και στα πλαίσια του σύντομου αυτού σημειώματος , δεν προτείνουμε λύσεις. Ωστόσο έχουμε να επισημάνουμε τα εξής: Α) Η υιοθέτηση αλλαγών από όλους τους φορείς της δικαιοσύνης, όχι μόνο σε νομοθετικό επίπεδο αλλά και σε οργανωτικό, έστω και με παραχώρηση ορισμένων από τα λεγόμενα κεκτημένα δικαιώματα  είναι απαραίτητη( μείωση των αναβολών με τη σύμπραξη όλων , αναμόρφωση του δικαστικού χάρτη της Χώρας κλπ) .Β) Ο θεσμός του ποινικού συμβιβασμού (ποινική συνδιαλλαγή, ποινική διαπραγμάτευση) που έχουν θεσπισθεί με τους ισχύοντες κώδικες, εφόσον γίνει κτήμα και κοινή δικαιϊκή συνείδηση από όλους τους φορείς που απαρτίζουν τον θεσμό της ποινικής δικαιοσύνης, μπορεί να οδηγήσει αποτελεσματικά στην αποσυμφόρηση της τελευταίας.

 

[i] Βλ πλείονα για την ενδιάμεση διαδικασία και την αξία αυτής σε Χ.Σεβαστίδη (ΝοΒ 69/2021 σελ. 8-12 επ), όπου με στατιστικά στοιχεία αποδεικνύει ότι λιγότερες από τις μισές υποθέσεις παραπέμπονται με βουλεύματα στο ακροατήριο, ενώ από στοιχεία του εφετείου Αθηνών για το έτος 2019παραπέμφθηκαν 1639 υποθέσεις στο ακροατήριο με συμφωνία εισαγγελέα και προέδρου εφετών, ενώ σε μόνο 3 υποθέσεις υπήρχε διαφωνία.

Επιστημονικές εκδηλώσεις για τις προτεινόμενες αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες

Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρες τις επιστημονικές εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν σχετικά με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου για τις παρεμβάσεις στους Ποινικού Κώδικες:

1) Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος «Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα, τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και το νόμο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας», Διαδικτυακή εκδήλωση της 15.12.2023.

2) Ελληνική Εταιρεία Ποινικού Δικαίου και Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων «Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης: Αναμόρφωση ή παραμόρφωση του ποινικού συστήματος;», Δημόσια συζήτηση της 13.12.2023, που έλαβε χώρα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δ.Σ.Α.

3) Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης και Εργαστήριο Ποινικού και Ποινικού Δικονομικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. «Σχέδιο Νόμου για τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες», εκδήλωση της 12.12.2023, που έλαβε χώρα στην Κομοτηνή.

4) Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών «Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του ΠΚ και ΚΠοινΔ», ημερίδα της 18.12.2023, που έλαβε χώρα στην Πάτρα.

Ψήφισμα Μελών ΔΕΠ για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τον ΠΚ και τον ΚΠΔ

ΨΗΦΙΣΜΑ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ
ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΚ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΠΔ

 

      Oι υπογράφοντες, εν ενεργεία, ομότιμα και αφυπηρετήσαντα μέλη ΔΕΠ των Τομέων Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών των τριών Νομικών Σχολών, δηλώνουμε την αντίθεσή μας στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης». Οι θέσεις μας επί του Σχεδίου Νόμου είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:
Πολλές διατάξεις του Σχεδίου εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και υπονομεύουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου.
Το Σχέδιο Νόμου δεν αποτελεί προϊόν σοβαρής επεξεργασίας μιας ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με σύμμετρη εκπροσώπηση όλων των φορέων (πανεπιστημιακών, δικαστικών λειτουργών, δικηγόρων), όπως παγίως συνηθίζεται και επιβάλλεται σε περιπτώσεις δομικών αλλαγών στα βασικά ποινικά νομοθετήματα. Περαιτέρω, οι προτεινόμενες αλλαγές δεν τεκμηριώνονται με ερευνητικά και στατιστικά δεδομένα σε σχέση με την πρακτική εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ειδικότερα:

Α. Στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, οι προβλεπόμενες τροποποιήσεις ανατρέπουν την ισορροπία και συνοχή του συστήματος ποινών αφενός με την αλόγιστη επίταση των ποινών και των όρων έκτισής τους με το ψευδο-εμπειρικό επιχείρημα της «ατιμωρησίας» και αφετέρου με την αντισυνταγματική πρόβλεψη γενικής δήμευσης.
Δεν εξηγείται εν τούτοις γιατί όλα τα μέτρα «αυστηροποίησης» που έχουν ληφθεί την τελευταία τετραετία δεν έχουν εισφέρει στον περιορισμό της εγκληματικότητας.
Η τιμωρητικότητα, ως επιλογή αντεγκληματικής πολιτικής, δεν είναι πρόσφορη απάντηση στην εγκληματικότητα. Μεγάλης κλίµακας εµπειρικές µελέτες έχουν καταδείξει ότι η αποτρεπτική επιρροή στον υποψήφιο δράστη δεν εξαρτάται τόσο από το ύψος της απειλούμενης στο νόμο ποινής όσο από τη βεβαιότητα και την ταχύτητα της επιβολής της (βλ. Α. Ψαρούδα-Μπενάκη (Προβλήµατα της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα και οι νέοι ποινικοί κώδικες, Ποινικά Χρονικά 2020, σελ. 5).
Επιβάλλεται, λοιπόν, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον Ποινικό Κώδικα και τις απειλούμενες ποινές στην αστυνομική πρόληψη και τον εντοπισμό των δραστών, καθώς και στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου.

Β. Στο πεδίο του ποινικού δικονομικού δικαίου, οι προτεινόμενες αλλαγές θίγουν βασικούς πυλώνες της δίκαιης δίκης, της αρχής του κράτους δικαίου και της αναζήτησης της αλήθειας, καθιστώντας προβληματική τη φιλελεύθερη και εγγυητική λειτουργία της ποινικής δίκης.
Οι επιχειρούμενες αλλαγές φέρονται να έχουν ως στόχο την «επιτάχυνση» της ποινικής διαδικασίας, η οποία επιδιώκεται όμως με την περικοπή των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, τη δυσχέρανση της απρόσκοπτης πρόσβασης των θυμάτων στη Δικαιοσύνη, καθώς και με τον περιορισμό του ελέγχου και της διαφάνειας των διαδικαστικών ενεργειών και των κανόνων ορθής διεξαγωγής της δευτεροβάθμιας δίκης. Στο πνεύμα αυτό εγκαταλείπεται η θεμελιώδης αρχή της αμεσότητας με την πρωτοφανή απαλλαγή των αστυνομικών από την υποχρέωση εμφάνισης και εξέτασης στο ακροατήριο, ενώ η δευτεροβάθμια δίκη αποψιλώνεται από τον επανέλεγχο των αποδεικτικών μέσων. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν συνοδεύονται παντάπασιν από επιστημονική τεκμηρίωση και παροχή στατιστικών στοιχείων για τα τυχόν ελλείματα των σημερινών ρυθμίσεων ή την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα των επιλογών του Σχεδίου. Ενδεικτικώς:
α) Παρακάμπτεται σε μεγάλη έκταση η ενδιάμεση διαδικασία ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων και προωθείται η απευθείας παραπομπή πλήθους υποθέσεων στο ακροατήριο εν ονόματι της επιτάχυνσης, μολονότι τα δικαστικά συμβούλια επιτελούν αποδεδειγμένα πολύτιμο φιλτράρισμα των υποθέσεων αποτρέποντας την άσκοπη παραπομπή τους στα βεβαρημένα δικαστήρια. H μέχρι σήμερα εμπειρία δεν επιβεβαιώνει τη θέση ότι με τη μείωση της ύλης των δικαστικών συμβουλίων και την απευθείας κλήση στο ακροατήριο θα επιτευχθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης εντός των υπερφορτωμένων πινακίων.
β) Η επιτάχυνση της διαδικασίας αντιμετωπίζεται ως απλό αριθμητικό πρόβλημα, το οποίο προσδοκάται να επιλυθεί με τη δημιουργία μονομελών δικαστηρίων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συμβολή της συλλογικής διάσκεψης στην έκδοση ορθών αποφάσεων και την ενίσχυση της νομιμοποιητικής βάσης τους. Ακόμη, παραγνωρίζεται ότι ο πολλαπλασιασμός των μονομελών συνθέσεων θα απαιτήσει αντίστοιχο αριθμό αιθουσών, γραμματέων και εισαγγελέων που δεν είναι σήμερα διαθέσιμοι.
Το Σχέδιο Νόμου φαίνεται να αγνοεί ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών κανόνων του ποινικού δικονομικού δικαίου ανήκει στον πυρήνα της δίκαιης δίκης. Σε ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου, η επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας δεν επιτρέπεται να επιχειρείται με τη θυσία θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διεκπεραιωτική διεξαγωγή των δικών και τον περιορισμό του λειτουργικού ρόλου του δικηγόρου. Η – καθόλα επιθυμητή- επιτάχυνση της διαδικασίας πρέπει να επιδιωχθεί με την προώθηση εναλλακτικών διαδικασιών, την καλύτερη οργάνωση και εξειδίκευση διωκτικών και ανακριτικών αρχών, την αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά και την εν γένει βελτίωση των υπαρχουσών δομών.
Το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης θεωρούμε ότι χρειάζεται ριζική αναμόρφωση, η οποία πρέπει να ανατεθεί σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή υψηλού κύρους, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Κράτους Δικαίου και να καταστεί συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο.

1. Αδάμπας Βασίλειος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
2. Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
3. Ανδρουλάκης Ιωάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
4. Αποστολίδης Νικόλαος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
5. Αποστολίδου Άννα, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΔΠΘ
6. Γιαννίδης Ιωάννης, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
7. Γιαννούλης Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
8. Δαλακούρας Θεοχάρης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
9. Δημάκης Αλέξανδρος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
10. Δημήτραινας Γεώργιος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
11. Δημόπουλος Χαράλαμπος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
12. Ζαχαριάδης Αθανάσιος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
13. Καϊάφα – Γκμπάντι Μαρία, Ομότ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
14. Κοσμάτος Κωνσταντίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
15. Κωνσταντινίδης Άγγελος, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
16. Λίβος Νικόλαος, Αφυπ. Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
17. Μπέκας Ιωάννης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
18. Μπιτζιλέκης Νικόλαος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
19. Ναζίρης Ιωάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
20. Νούσκαλης Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
21. Παπακυριάκου Θεόδωρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
22. Παρασκευόπουλος Νικόλαος, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
23. Πιτσελά Αγγελική, Αφυπ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
24. Πετρόπουλος Βασίλειος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
25. Σάμιος Θωμάς, Λέκτορας Νομικής Σχολής ΔΠΘ
26. Σαχουλίδου Αθηνά, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
27. Συκιώτου Αθανασία, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΔΠΘ
28. Συμεωνίδης Δημήτριος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
29. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελισάβετ, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
30. Τζαννετάκη Αντωνία – Ιόλη, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
31. Τζαννετής Αριστομένης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
32. Τριανταφύλλου Αναστάσιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
33. Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
34. Χατζηκώστας Κωνσταντίνος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Συνυπογράφουν οι διδάσκοντες ποινικό δίκαιο και εγκληματολογία σε άλλες Πανεπιστημιακές Σχολές της χώρας:
35. Βιδάλη Σοφία, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
36. Γασπαρινάτου Μαργαρίτα, Επίκουρη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας & Αντεγκληματικής Πολιτικής ΔΠΘ
37. Κουλούρης Νικόλαος, Αναπληρωτής Καθηγητής Σωφρονιστικής Πολιτικής ΔΠΘ
38. Νικολόπουλος Γιώργος, Καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
39. Τσόλκα Όλγα, Επίκουρη Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Οι Ποινικοί Κώδικες στο εκτελεστικό απόσπασμα (θέσεις του Δ.Σ. της ΕΕΜΕΚΕ)

Οι ποινικοί κώδικες στο εκτελεστικό απόσπασμα

Θέσεις του ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ για τη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης – Εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας»

 

      Η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου παρακολουθεί με ιδιαίτερο προβληματισμό και ανησυχία τη νέα πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης για περαιτέρω τροποποιήσεις στους Ποινικούς Κώδικες, τις οποίες ήδη ειδικοί επιστήμονες, δικαστικοί λειτουργοί και  επαγγελματίες νομικοί έχουν επικρίνει, χαρακτηρίζοντας το υπό διαβούλευση σχέδιο «τερατούργημα», συνέχεια της κυβερνητικής «μετωπικής επιδρομής» στο ουσιαστικό και το δικονομικό ποινικό δίκαιο, «νεο-τιμωρητικό» κήρυγμα που θα μετατρέψει τη χώρα σε «σωφρονιστική αποικία». Επιστημονικές εταιρείες ποινικολόγων αντιδρούν οργανώνοντας δημόσια εκδήλωση με το αποκαλυπτικό ερώτημα εάν η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία αποτελεί «αναμόρφωση ή παραμόρφωση του ποινικού συστήματος» και έξι μέλη του ΔΣ της  Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων δηλώνουν ότι πρόκειται για «χαρακτηριστικό δείγμα αντιεπιστημονικού κειμένου που υπόκειται μόνο στην ανάγκη επικοινωνιακής πολιτικής» με νομοθετικές αλλαγές που δεν στοχεύουν «να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής των πολιτών αλλά να τους εντυπωσιάσουν».

      Είναι χαρακτηριστικό των αντιλήψεων που διέπουν αυτήν την πρωτοβουλία ότι οι προτεινόμενες αλλαγές στον ΠΚ και τον ΚΠΔ δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη διαδικασία επιστημονικής νομοθετικής επεξεργασίας (π.χ. νομοπαρασκευαστική επιτροπή ποινικολόγων και άλλων ειδικών επιστημόνων, έκφραση γνώμης ειδικών επιστημόνων κ.λπ.), ενώ η ενδεχόμενη θέσπισή τους ανατρέπει  συνολικά το πνεύμα και τις βασικές ρυθμίσεις των νέων κωδίκων που ψηφίστηκαν το Ιούλιο του 2019. Ίσως για πρώτη φορά στα τελευταία 50 χρόνια προωθούνται τέτοιου εύρους αλλαγές στους ΠΚ με μόνη αποκλειστική πρωτοβουλία και ευθύνη μετακλητών και μόνιμων υπαλλήλων του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η εκτελεστική εξουσία φαίνεται ότι δεν έχει ανάγκη πλέον την επιστημονική τεκμηρίωση για την προώθηση ρυθμίσεων του πλέον κατασταλτικού θεσμικού εργαλείου ενός κράτους, δηλαδή της βασικής ποινικής νομοθεσίας, του ποινικού κώδικα και του κώδικα ποινικής δικονομίας. Αντιθέτως, με χαρακτηριστική ευκολία και ελάχιστη περίσκεψη προβαίνει σε συνεχείς και πρόχειρες νομοθετικές μεταβολές: οι Ποινικοί Κώδικες τροποποιούνται για 7η φορά από το 2019, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, νομολογιακές αντινομίες και συγχύσεις, καθιστώντας το ποινικό δίκαιο βασικό εργαλείο εξυπηρέτησης πολιτικών καιροσκοπισμών.

      Τα κύρια επιχειρήματα των εμπνευστών της νομοθετικής πρωτοβουλίας, όπως αποτυπώνονται στην Αιτιολογική Έκθεσή του, προκαλούν απορίες. Ενώ από τη μια πλευρά υποστηρίζεται ότι οι προωθούμενες ρυθμίσεις υπηρετούν την επιτάχυνση και ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης, την προστασία της οικογένειας, της ανηλικότητας και των θυμάτων που πλήττονται από συμπεριφορές ενδοοικογενειακής βίας και την πρόληψη και την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, στη συνέχεια οι προτεινόμενες «βελτιωτικές παρεμβάσεις» διευρύνονται και αφορούν (πάντα σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση):

      α) τροποποιήσεις του πεδίου της ποινολογίας (!!!), ενισχυτικές του εγκληματοπροληπτικού και του σωφρονιστικού χαρακτήρα της ποινής, με προτεραιότητα στην υλική έκτιση των στερητικών της ελευθερίας ποινών, που καθιστούν τη χρήση της φυλάκισης προτεραιότητα αντί έσχατη επιλογή της έννομης τάξης,

      β) ρυθμίσεις προστατευτικές της ποινικής δικαιοσύνης από εκείνους που με καταχρηστική και παρελκυστική άσκηση των δικαιωμάτων τους απασχολούν ασκόπως (!!!) τους λειτουργούς της, εισάγοντας εμπόδια για την προσφυγή στη δικαιοσύνη και

      γ) προβλέψεις επιταχυντικές της επεξεργασίας και της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων με την κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ανάθεση της εκδίκασης πολλαπλάσιου αριθμού σοβαρότατων υποθέσεων σε δικαστήρια με μονομελή σύνθεση (!!!).

      Παραδόξως, τα ανωτέρω συνδέονται με το κεντρικό αφήγημα στο οποίο αναζητούν έρεισμα οι προτεινόμενες αλλαγές, την ανάγκη μείωσης της μικρομεσαίας εγκληματικότητας. Κατά τους εμπνευστές του σχεδίου νόμου, αυτή θα επιτευχθεί μέσα από την αυστηροποίηση των ποινών, την επιτάχυνση των ποινικών διαδικασιών και τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που προκαλούν προσκόμματα στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Στην κατεύθυνση αυτή:

 

       Ι. Όσον αφορά τον Ποινικό Κώδικα, με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου:

      α) Επέρχεται μια άνευ προηγουμένου απαξίωση θεμελιωδών αρχών του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου, μέσω της κατάργησης των «αποχρώσεων» της ολοκλήρωσης και της βαρύτητας μιας αξιόποινης πράξης και της εξίσωσης της απόπειρας με τελεσμένο έγκλημα, της συνέργειας με την αυτουργία και της κατάργησης της διπλής μείωσης της ποινής σε περίπτωση συρροής ελαφρυντικών και κυρίως, μέσω της κατάργησης του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης σε ορισμένα εγκλήματα. Οι προτάσεις αυτές έρχονται έτσι σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και το τεκμήριο αθωότητας και απομακρύνονται έμμεσα από το άδικο της πράξης, επαναφέροντας την αξιολόγηση της επικινδυνότητας του δράστη, δηλαδή καταργούν όχι μόνον τους άξονες που διέπουν τους κώδικες του 2019 αλλά και όλο το διεθνώς αναγνωρισμένο φιλελεύθερο ποινικό οικοδόμημα, που ίσχυσε στη χώρα από το 1950.

      β) Τυποποιούνται νέες αξιόποινες πράξεις και διευρύνεται η αντικειμενική υπόσταση υπαρχόντων εγκλημάτων.

      γ) Αυξάνονται τα ανώτατα όρια της ποινής πρόσκαιρης  κάθειρξης από 15 σε 20 χρόνια.

      δ) Επανέρχεται η απέλαση αλλοδαπού ως μέτρο ασφαλείας.

      ε) Αυξάνονται τα ελάχιστα και τα ανώτατα όρια  της μειωμένης ποινής.

      στ) Αυστηροποιούνται περαιτέρω οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης, συρρικνώνεται το πεδίο εφαρμογής της υφ΄ όρον αναστολής εκτέλεσης των ποινών και επανεισάγεται η κοινωνικά άδικη, εισπρακτικού χαρακτήρα, μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές.

      η) Εισάγεται, ως παρεπόμενη ποινή, η δήμευση της περιουσίας των δραστών (αυτουργών και συμμετόχων, ακόμη και από αμέλεια) εμπρησμού σε δάση που έχει συνέπεια τον θάνατο ή ευρείας έκτασης οικολογική καταστροφή, που οδηγεί στη  φτωχοποίηση όχι μόνον του ίδιου του δράστη, ιδίως αγρότη, αλλά και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτόν.

 

      ΙΙ. Καταλυτικές είναι οι αλλαγές που προτείνονται και για τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

      Η κατ΄ουσίαν θέσπιση της δίκης με συνοπτικές διαδικασίες και μειωμένες εγγυήσεις είναι ο πραγματικός στόχος: η πρόβλεψη για την κατάργηση της «χρονοβόρας» διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων σε πληθώρα κακουργημάτων, η κατάργηση των Πενταμελών Εφετείων Κακουργημάτων και η αντικατάστασή τους με Τριμελή, η μετακύλιση του κύριου βάρους της εκδίκασης των πλημμελημάτων σε μονομελείς συνθέσεις, ο περιορισμός του δικαιώματος αναβολής  και η επαναφορά του θεσμού της αυτόματης δικαστικής απέλασης των αλλοδαπών μετά την έκτιση της ποινής τους, αποτελούν ενδείξεις μιας ολοκληρωτικής τροπής του ποινικού δικονομικού δικαίου. Τα πολυμελή δικαστήρια δεν θεσπίστηκαν χάριν παιδιάς αλλά ως εγγύηση για την πολύπλευρη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προς διαμόρφωση εμπεριστατωμένης δικαστικής κρίσης και για τα δικαιώματα των συμμετεχόντων στη δίκη, κυρίως του κατηγορουμένου.

 

      ΙΙΙ. Εκτός όμως από τα παραπάνω, από πουθενά και ποτέ έως τώρα δεν έχει προκύψει σχέση ανάμεσα στην αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων και την εξέλιξη της εγκληματικότητας. Αντίθετα, ξέρουμε ότι όσο ενισχύεται και αυστηροποιείται το σύστημα της ποινικής καταστολής, τόσο αυξάνεται και η εγκληματικότητα, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η φυλακή διεθνώς, με βάση τις εγκληματολογικές έρευνες, θεωρείται ένα πλαίσιο  που ευνοεί την υποτροπή, την καλλιέργεια και την αναπαραγωγή της εγκληματικότητας, ιδίως της σοβαρής. Έτσι μια απλή ανάγνωση των στατιστικών δεδομένων της ΕΛ.ΑΣ, επιβεβαιώνει ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφονται αυξητικές τάσεις στην τέλεση κακουργημάτων, παρά την αυστηροποίηση των ποινών που απειλούνται για πολλά από αυτά με τον ν. 4855/2021.

      Συνοψίζοντας, οι τροποποιήσεις του ΠΚ και του ΚΠΔ πάσχουν ως προς την επιστημονική τους τεκμηρίωση και κατατείνουν στην εργαλειοποίηση του ποινικού δικαίου υπό το πρίσμα μιας τιμωρητικής ιδεολογίας. Ωστόσο, η τιμωρητικότητα, εκτός των άλλων, είναι πλήρως αναποτελεσματική και αυτό αφορά και τους λόγους που η αιτιολογική έκθεση επικαλείται για να τεκμηριώσει την ανάγκη των προωθούμενων τροποποιήσεων. Δηλαδή με βάση τα ερευνητικά δεδομένα και τις θεωρητικές παραδοχές της Εγκληματολογίας και την πραγματικότητα που διαμορφώνεται ενώπιόν μας, τόσο η αιτιολογική έκθεση όσο και οι δηλώσεις των αρμοδίων δεν πείθουν για τη σκοπιμότητα των μεταρρυθμίσεων που εισηγούνται υπό το πρίσμα του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου, που οφείλει να αποδέχεται και να προωθεί ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Προκύπτει επομένως το ερώτημα τι ακριβώς εξυπηρετεί αυτό το σχέδιο νόμου. Πάντως την αντεγκληματική πολιτική δεν φαίνεται να την εξυπηρετεί…

      Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας παρατηρείται μία εντυπωσιακή ευχέρεια του νομοθέτη να αναδιαμορφώνει συνεχώς το πεδίο των κατασταλτικών ρυθμιστικών παρεμβάσεών του, ένας ποινικός πληθωρισμός που συμβαδίζει ταυτόχρονα με μία δυσκολία στην ανάληψη πολιτικής πρωτοβουλίας για την κανονιστική και θεσμική ρύθμιση στο πεδίο της πρόληψης,  του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής προστασίας. Όσο το κράτος αποσύρεται από το κοινωνικό πεδίο, τόσο η ρητορική της καταστολής και του ποινικού εγκλεισμού αυξάνεται ως το μόνο πεδίο νομιμοποίησης και προνομιακής λειτουργίας της κρατικού μηχανισμού. Αυτήν ακριβώς την πολιτική εκφράζει η υπό δημόσια διαβούλευση νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

11 Δεκεμβρίου 2023

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Nova Criminalia: 19ο τεύχος, Νοέμβριος 2023

Κυκλοφόρησε το 19ο τεύχος της ηλεκτρονικής περιοδικής έκδοσης της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων

Στο τεύχος αυτό δημοσιεύονται:

1) σημείωμα του εκδότη (Η.Αναγνωστόπουλου) με τίτλο: Σωφρονιστική αποικία;

2) άρθρο του Ν. Βιτώρου, δικηγόρου, με τίτλο: Η “λεπτή κόκκινη γραμμή” ανάμεσα στην δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους και στην ποινικοποίηση του λόγου

3) άρθρο του Κ.Κοσμάτου, Αναπληρωτή Καθηγητή ΔΠΘ, με τίτλο: Η υφ’ όρον απόλυση σε νέες περιπέτειες

4) άρθρο του Β.Γεραπετρίτη, δικηγόρου, με τίτλο: η αιτιολογία της ποινικής απόφασης επί ποινικής διαπραγμάτευσης με αφορμή την ΑΠ 764/2022

5) άρθρο του Ε.Καντιάνη, δικηγόρου, με τίτλο: προβολή βιντεοληπτικού υλικού και ακυρότητες

6) παρουσίαση της ποινικής νομολογίας του ΕΔΔΑ από τον Β.Χειρδάρη

Μετάβαση στην ηλεκτρονική σελίδα της ΕΕΠ

 

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο: «ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ»

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο: «ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ»

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θέτει από σήμερα, Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2023, σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο: «ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ».
Στο πλαίσιο αυτό καλείται να συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση κάθε κοινωνικός εταίρος και κάθε ενδιαφερόμενος, καταθέτοντας τις προτάσεις του για τη βελτίωση των διατάξεων του ανωτέρω σχεδίου.
Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι τη Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 22:00.

Μετά τιμής,

O Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Κωνσταντίνος Χατζηδάκης

 

Μετάβαση στον διαδικτυακό τόπο διαβουλεύσεων