Κριτική των λοιπών προτάσεων ενοποίησης – Γιατί να προκριθεί η πρότασή μας

Κριτική των λοιπών προτάσεων ενοποίησης – Γιατί να προκριθεί η πρότασή μας

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης,

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

 

Μέλη του ΔΣ της Ε.Δ.Ε.

Αθήνα, 18-2-2024

 

            Παρόλο που το προεδρείο οργανώνει αυτή την ηλεκτρονική  ψηφοφορία σε χρόνο που πλέον λίγες είναι οι προσδοκίες μας για την επιδραστικότητά της και παρόλο που μια κορυφαία στιγμή συλλογικής συνδιαμόρφωσης διενεργείται εντελώς διαδικαστικά και άνευρα, σχεδόν σαν αγγαρεία, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, προκειμένου η Ένωση να αποκτήσει μια δομημένη πρόταση, που θα παρουσιασθεί κατά τη διαδικασία νομοθέτησης, αλλά η λογική που τη διέπει θα μπορεί να επιδράσει και στην πορεία υλοποίησης της ενοποίησης στο μέλλον.

            Για τις ανάγκες διευκόλυνσης και συγκριτικής εκτίμησης των προτάσεων που έχουν τεθεί στην κρίση των συναδέλφων, παραθέτουμε μία σύντομη κριτική κάθε πρότασης καθώς και τους λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι η πρότασή μας αξίζει τη στήριξη των συναδέλφων στην επικείμενη ηλεκτρονική ψηφοφορία. Ειδικότερα:

            Πρόταση ομάδας κ. Στενιώτη κλπ.

            Η πρόταση του προεδρείου, ενώ επαγγέλλεται ενοποίηση, αποτελεί ουσιαστικά ονοματοδοσία. Η παράλληλη επετηρίδα, ονοματίζεται «ειδική» για να εκπληρώσει ακριβώς την ίδια αποστολή που επιτελεί μια παράλληλη. Η διατήρηση «αρχικά» των οργανικών στα Περιφερειακά Πρωτοδικεία και η ανάθεση στους άλλοτε Ειρηνοδίκες υποθέσεων από τον Προϊστάμενο Πρόεδρο Πρωτοδικών «μετά από γνώμη του αρχαιότερου Ειρηνοδίκη», διατηρεί τη λειτουργία των εσωτερικών διαχωρισμών, μεταξύ δικαστικών λειτουργών, χωρίς να αγγίζει το ζήτημα της εξειδίκευσής τους και στοχεύει στην ασάφεια των καθηκόντων. Η πρόβλεψη ότι «σταδιακά» ανατίθενται υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου στους άλλοτε Ειρηνοδίκες, κλείνει το μάτι στην προοπτική διατήρησης της ύλης ως έχει, προοπτική που η ίδια η πρόταση στην επόμενη στροφή αποκλείει. Τα δε καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών της «ειδικής» επετηρίδας, βαθμός στον οποίο αντιστοιχείται άμεσα πρώην Ειρηνοδίκης, δεν περιγράφονται ούτε ακροθιγώς, υπολαμβάνοντας την ύπαρξη δύο ταχυτήτων εντός του ίδιου ακριβώς δικαιοδοτικού πλαισίου. Τέλος, η πρόταση για επιμόρφωση των νέων πρωτοδικών αποκλειστικά με διαδικτυακά σεμινάρια, αποκλείει την αναγκαία εποπτεία και τον εκπαιδευτικό ρόλο της ΕΣΔΙ, αποτυπώνοντας τη σαφή της υποβάθμιση.

            Η πρόταση της Γεν. Γραμματέα κ. Κώνστα

            Ο προσανατολισμός της πρότασης, στην κατεύθυνση του διαχωρισμού της ύλης, είναι στη σωστή κατεύθυνση. Πλην όμως η πρόταση – ως τίθεται – έχει εντελώς αδρά και γενικά χαρακτηριστικά, χωρίς να εξειδικεύει τίποτα ως προς την εφαρμογή της. Ειδικότερα, ενώ φέρεται να οδηγεί σε άμεση αντιστοίχιση των υπαρχόντων Ειρηνοδικών με τους βαθμούς των Εφετών, Προέδρων Πρωτοδικών και Πρωτοδικών δίνοντας την προοπτική υπηρεσιακής εξέλιξης ως το βαθμό του Προέδρου Εφετών, ουδέν καταγράφεται για το επιμέρους δικαιοδοτικό αντικείμενο αυτών, γεγονός που αποτελεί ηθελημένη ασάφεια, που στοχεύει ευθέως στις προσδοκίες υπηρεσιακής εξέλιξης των Ειρηνοδικών, αλλά αποδυναμώνει την ουσία της πρότασης έναντι της πολιτείας. Η δε πρόταση για ανάθεση στους Πταισματοδίκες μαζί με τα προανακριτικά καθήκοντα και καθήκοντα περιορισμένης εκδίκασης πλημμελημάτων που τιμωρούνται με προσφορά κοινωφελούς εργασίας, δημιουργεί την εντύπωση ότι δημιουργείται ένα ξεχωριστό είδος δικαστή αποκλειστικής απασχόλησης, με περιορισμένη εξέλιξη και περιορισμένα καθήκοντα.

            Η πρόταση Ειρηνοδικών Θεσσαλονίκης

            Η πρόταση που προέρχεται από συναδέλφους του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αναμενόμενα επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα της υπηρεσιακής εξέλιξης των Ειρηνοδικών. Κατά την πρόταση αυτή θα πρέπει να δημιουργηθούν δύο επετηρίδες. Αφενός μία ειδική στην οποία θα τοποθετηθούν αυτόματα οι πρώην Ειρηνοδίκες με την εξής αντιστοίχιση: «οι Ειρηνοδίκες Α’ τάξης θα πρέπει να ενταχθούν ως Πρόεδροι Πρωτοδικών, οι Ειρηνοδίκες Β’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει από οκτώ έως δώδεκα έτη υπηρεσίας, οι Ειρηνοδίκες Γ’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει από τέσσερα έως οκτώ έτη υπηρεσίας και οι Ειρηνοδίκες Δ’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει έως τέσσερα έτη υπηρεσίας (ανάλογα με τον ήδη διανυθέντα υπηρεσιακό τους χρόνο ως Ειρηνοδίκες». Αφετέρου μία γενική, η είσοδος στην οποία θα γίνει για τους πρώην Ειρηνοδίκες με την ίδια ακριβώς αντιστοίχιση. Στην πρόταση αυτή δεν προβλέπεται καμία διαφοροποίηση μεταξύ των δύο επετηρίδων ως προς το αντικείμενο εκδίκασης. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για εξειδίκευση, ενώ η μόνη διαφορά ειδικής-γενικής επετηρίδας εντοπίζεται στο γεγονός ότι όσοι πρώην Ειρηνοδίκες θα εισέλθουν αυτόματα στην ειδική επετηρίδα θα ανέρχονται μέχρι το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών, ενώ όσοι εισέλθουν ποσοστιαία και εμβόλιμα στη γενική επετηρίδα θα έχουν απεριόριστη υπηρεσιακή εξέλιξη. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν απευθύνεται στο σύνολο του δικαστικού Σώματος, αλλά αποκλειστικά στο κοινό των νυν Ειρηνοδικών, καθώς στην πρόταση αυτοί οι υπόλοιποι βαθμοί αναφέρονται μόνο προκειμένου να επισημανθεί ότι δεν επηρεάζονται. Η αδυναμία της λοιπόν έγκειται κυρίως στο ότι δεν περιγράφει κάποια νέα ιδέα βελτιωτικής αλλαγής του υπάρχοντος συστήματος, αλλά και στο ότι δεν αποτελεί πρόταση που να απευθύνεται ενιαία στο σύνολο μιας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αλλά μια πρόταση που απευθύνεται μόνο σε ένα τμήμα αυτής.

            Πρόταση Α. Σακκελαροπούλου – Π. Βασταρούχα

            Η πρόταση αυτή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρόταση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με επιμέρους διαφοροποιήσεις. Ακολουθεί τη λογική της αυτόματης ένταξης σε παράλληλη επετηρίδα με παραπομπή στην αντιστοίχιση βαθμών που περιγράφει το σχέδιο που διέρρευσε από το υπουργείο Δικαιοσύνης: «οι Ειρηνοδίκες Α’ τάξης ως Πρόεδροι Πρωτοδικών, οι Ειρηνοδίκες Β’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει από οκτώ έως δώδεκα έτη υπηρεσίας, οι Ειρηνοδίκες Γ’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει από τέσσερα έως οκτώ έτη υπηρεσίας και οι Ειρηνοδίκες Δ’ τάξης ως Πρωτόδικες που έχουν συμπληρώσει έως τέσσερα έτη υπηρεσίας». Και αυτό το σχέδιο προβλέπει δυνατότητα εισαγωγής στη γενική επετηρίδα με βαθμολογική αντιστοίχιση που προβλέπει απόκλιση τεσσάρων (4) υπηρεσιακών ετών από τους νυν πρωτοδίκες. Ως προς τα γενικά καθήκοντα και την εκδικαζόμενη ύλη των επετηρίδων, δε γίνεται κανένας διαχωρισμός. Προτείνονται άλλα μέτρα που σχετίζονται με τη γενικότερη χωροταξία της Δικαιοσύνης (σύσταση ανακριτικού Σώματος, ανάθεση κατ΄ οίκον ερευνών σε αμφότερες τις επετηρίδες, χωρισμό ποινικών – πολιτικών τμημάτων κλπ). Η πρόταση αυτή, παρόλο που επιχειρεί να εισφέρει νέες ιδέες, εν τέλει διακρίνεται από τις ίδιες αδυναμίες που έχει και η πρόταση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς δεν αποτελεί πρόταση που αφορά το σύνολο μιας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αλλά μια πρόταση που απευθύνεται κυρίως σε ένα τμήμα αυτής.

            Πρόταση κ. Δασύλλα/Πινακίδου/Σαμαρά/Κλάγκου

            Η πρόταση αυτή κινείται στη λογική της τριχοτόμησης του δικαιοδοτικού έργου. Στα θετικά της καταγράφεται ότι κινείται σε λογική της εξειδίκευσης του δικαστικού αντικειμένου. Πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο καταγράφεται η συγκρότηση των ειδικών δικαστικών τμημάτων που προκρίνει, περιλαμβάνει μεγάλο βαθμό αυθαίρετων υπολογισμών, ιδίως ως προς την έκταση της δικαστικής ύλης που θα έχει το κάθε τμήμα και τη σχέση της με το προσωπικό που θα αξιοποιηθεί εκεί. Αντίθετα, στη δική μας πρόταση, η ύλη των ειδικών διαδικασιών, που σχεδιάζεται να μεταφερθεί στο Δικαστήριο Ειδικού Αντικειμένου, αποτελεί συνάρτηση της ζήτησης που θα έχει ο κάθε δικαστικός σχηματισμός κατά τη συγκρότησή του, ώστε να επιτευχθεί εξαρχής και με σαφή δεδομένα, η δίκαιη εσωτερική κατανομή της δικαστικής ύλης.

            Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις αναδεικνύουν έτι περαιτέρω τα οφέλη από την λειτουργία της διάστρωσης των δικαστικών σχηματισμών, που περιγράφεται στη δική μας πρότασή. Ειδικότερα:

  • Δε συναντώνται σε κανένα στάδιο της πολιτικής ή της ποινικής δίκης οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Πρωτοδικών του Γενικού με του Ειδικού Αντικειμένου. Αντίστοιχα δεν επηρεάζονται οι προαγωγές και οι μεταθέσεις του ενός Πρωτοδικείου από το άλλο και δεν διαμορφώνονται κοινές δικαστικές συνθέσεις.
  • Προωθείται η εξειδίκευση ως προς το δικαιοδοτικό αντικείμενο, που κινείται στα πρότυπα αντίστοιχων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων και προωθεί την εμβάθυνση αλλά και την επιτάχυνση, χωρίς να οδηγεί σε επιστημονική μονομέρεια.
  • Εξασφαλίζεται η υπηρεσιακή Δικαιοσύνη, καθώς ο προσδιορισμός της ποσότητας της ύλης γίνεται με το αντικειμενικό δεδομένο του αριθμού των δικαστών που απαρτίζει κάθε είδος Πρωτοδικείου.
  • Περιορίζεται η πιθανότητα διατάραξης της προσωπικής και οικογενειακής ζωής των άλλοτε Ειρηνοδικών, καθώς η προοπτική της μετάθεσής τους σχετίζεται αποκλειστικά με την υπηρεσιακή τους εξέλιξη σε Προέδρους Πρωτοδικών Ειδικού Αντικειμένου, με βάσει τις οργανικές θέσεις Προέδρων Πρωτοδικών Ειδικού Αντικειμένου που θα προκύψουν.
  • Εξασφαλίζεται η αδιατάρακτη υπηρεσιακή εξέλιξη των άλλοτε Πρωτοδικών και ήδη Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου, χωρίς υπερβάσεις στην επετηρίδα τους.
  • Αφενός η εκδίκαση των πολιτικών υποθέσεων του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από τους δικαστές αυτού του Δικαστηρίου και αφετέρου η διατήρηση της εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων από το Πρωτοδικείο του Γενικού Αντικειμένου, διαμορφώνουν τις συνθήκες της πλήρους μισθολογικής εξομοίωσης όλων των δικαστών του πρώτου βαθμού.
  • Εξασφαλίζεται η συνέχιση και η λειτουργία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, με αντίστοιχη αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών. Με το ως άνω περιγραφόμενο σχήμα, αποφεύγονται οι κίνδυνοι από την μαζική εισαγωγή νέων δικαστών στο Πρωτοδικείο, που θα οδηγούσε μεσοπρόθεσμα σε ακραία υπηρεσιακή στασιμότητα των νεοεισερχόμενων δικαστών και στρεβλώσεις.
  • Τέλος, δε θίγονται με κανένα τρόπο υπαρκτά και δεδομένα μισθολογικά δικαιώματα, ούτε διακινδυνεύεται η απώλεια της κατακτημένης μισθολογικής βαθμίδας των άλλοτε Ειρηνοδικών.

Για την ηλεκτρονική ψηφοφορία επί των σχεδίων ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας

Για την ηλεκτρονική ψηφοφορία επί των σχεδίων ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης,

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

 

Μέλη του ΔΣ της Ε.Δ.Ε.

Αθήνα, 16-2-2024

 

         Τις επόμενες μέρες θα τεθούν σε ψηφοφορία 6 προτάσεις ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Τα μέλη της Ένωσης καλούνται να προκρίνουν την πρόταση εκείνη που συμφιλιώνει με τον καλύτερο τρόπο τις υπαρκτές αντιθέσεις που γεννήθηκαν, αξιοποιεί όλο το έμψυχο υλικό στην κατεύθυνση της ταχύτερης και ποιοτικότερης απονομής Δικαιοσύνης με την εξειδίκευση των δικαστικών λειτουργών σε ειδικά αντικείμενα ενασχόλησης. Η πρόταση που καταθέσαμε ως ομάδα αυτήν την λογική προσπάθησε να υπηρετήσει.

         Στην τακτική Γ.Σ. ζητήσαμε την διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας ώστε να έχουμε το χρονικό περιθώριο να συνδιαμορφώσουμε τους όρους της ενοποίησης. Το προεδρείο τότε αρνούμενο να δεχτεί την πραγματικότητα τάχθηκε κατά της ενοποίησης. Σήμερα συμβιβάζεται με την ήττα της αδιέξοδης τακτικής που ακολούθησε και υιοθετεί με καθυστέρηση την πρόταση μας για διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας . Οι δύο μήνες που χάθηκαν μέχρι σήμερα για να ξεκινήσει μια τέτοια δημοκρατική διαδικασία ίσως αποδειχθούν πολύτιμοι. Δεν μπορούμε όμως ως Σώμα να πορευτούμε μέχρι την διαδικασία ψήφισης του νόμου χωρίς συγκεκριμένη πρόταση, χωρίς συγκεκριμένο αίτημα. Καλούμε τους συναδέλφους όλων των βαθμών δικαιοδοσίας να μελετήσουν τις προτάσεις και να συμμετέχουν στην διαδικασία.

         Παραθέτουμε στην συνέχεια την πρόταση της ομάδας μας.

         “Προτείνεται η δημιουργία δύο ξεχωριστών δικαστικών σχηματισμών: του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου και του Πρωτοδικείου Γενικού Αντικειμένου. Το είδος της δικαστικής ύλης του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου, θα εκπορεύεται αποκλειστικά από τις ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ και θα προσδιοριστεί αριθμητικά, όπως παραπάνω εκτέθηκε, από τη σχέση της υπάρχουσας ποσότητας δικαστικής ύλης στα αντικείμενα αυτά και του αριθμού δικαστικών λειτουργών που θα υπηρετήσουν εκεί, ώστε να επιτευχθεί αντιστοίχιση με την ποσότητα και ποιότητα ύλης που θα παραμείνει ως αντικείμενο των Πρωτοδικείων Γενικού Αντικειμένου.

         Ο νέος δικαστικός σχηματισμός, θα είναι πλήρως αυτονομημένος και διακριτός από το Πρωτοδικείο Γενικού Αντικειμένου και σε αυτόν θα δικάζονται όλες οι υποθέσεις αυτής της ύλης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, από τους μέχρι σήμερα Ειρηνοδίκες. Ειδικότερα, σε πρώτο βαθμό οι υποθέσεις Ειδικού Αντικειμένου θα δικάζονται από μονομελή σύνθεση, ενώ σε δεύτερο βαθμό θα δικάζονται από πολυμελή σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, που θα απαρτίζεται από Πρόεδρο Πρωτοδικών Ειδικού αντικειμένου και δύο Πρωτοδίκες Ειδικού Αντικειμένου εκ των αρχαιοτέρων του δικαστικού σχηματισμού ως μέλη.

         Η υπηρεσία των Πταισματοδικών ανατίθεται στην ρυθμιστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου. Μετά την περαίωση των εκκρεμουσών υποθέσεων από τους νυν Πταισματοδίκες, η υπηρεσία προανάκρισης θα ανατίθεται εκ περιτροπής με Πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Ειδικού Αντικειμένου, σε Πρωτοδίκη Ειδικού Αντικειμένου, για περιορισμένο χρόνο διετούς θητείας, κατ΄ αντιστοιχία με τα καθήκοντα των Ανακριτών (που θα ανήκουν στην αρμοδιότητα των Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου).

         Στην ύλη του Πρωτοδικείου Γενικού Αντικειμένου, ανατίθεται το σύνολο της ύλης που δεν ανήκει στην ύλη του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου και εκδικάζεται όπως μέχρι σήμερα ορίζεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καταρχήν από τους μέχρι σήμερα Παρέδρους, Πρωτοδίκες και Προέδρους Πρωτοδικών. Στο Πρωτοδικείο Γενικού Αντικειμένου ανατίθεται και η αρμοδιότητα για την εκδίκαση όλων των πλημμελημάτων και κακουργημάτων της μέχρι σήμερα αρμοδιότητάς τους, με τη συμμετοχή σε συνθέσεις Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, Δικαστηρίου Ανηλίκων και ΜΟΔ, καθώς και τα καθήκοντα Ανακριτή. Η υπηρεσιακή εξέλιξη των Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου, διατηρείται ως έχει η μέχρι σήμερα απεριόριστη.

         Κατά τη σύσταση των Πρωτοδικείων Γενικού Αντικειμένου, έχουν δυνατότητα να αιτηθούν εθελοντικά να αποκτήσουν την ιδιότητα του Πρωτοδίκη Γενικού Αντικειμένου, και οι μέχρι πρότινος Ειρηνοδίκες, χωρίς τη διατάραξη της υπάρχουσας επετηρίδας των νυν Πρωτοδικών, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, μετά από κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

         Τέλος, για να έχει αποτέλεσμα το σχέδιο επιτάχυνσης του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να προβλεφθεί ανάλογη αύξηση του αριθμού των οργανικών θέσεων των εφετών οι οποίοι θα επιλαμβάνονται των υποθέσεων σε δεύτερο βαθμό”.

 

Αναλυτικά οι θέσεις μας για την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας

Ασκήσεις προχειρότητας και ασυνέπειας

Ασκήσεις προχειρότητας και ασυνέπειας

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης,

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

 

Μέλη του ΔΣ της Ε.Δ.Ε.

 

Αθήνα, 1-2-2024

 

            Ενημερωθήκαμε ξαφνικά σήμερα για την πρώτη πρόταση του «αιφνιδιασμένου» προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σχετικά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Μετά από επτά μήνες απόλυτης άρνησης του ενδεχόμενου της ενοποίησης και μόνο μια εβδομάδα αφού μας ανακοίνωσε ότι θα διενεργήσει δημοψήφισμα, θέτοντας για όλους προθεσμία υποβολής προτάσεων ως την Παρασκευή 26 Ιανουαρίου ενημερώνοντας ότι δεν θα καταθέσει δική του πρόταση, σήμερα 31 Ιανουαρίου, το ίδιο αυτό προεδρείο καταθέτει «δική του» πρόταση. Φυσικά εμείς δεν θα την απορρίψουμε ως απαράδεκτη, όπως έκανε εκείνο με την πρόταση 311 συναδέλφων μας για έκτακτη Γ.Σ., αλλά θα ασχοληθούμε με την ουσία, επισημαίνοντας όμως ότι οι προτάσεις – ακόμα με τη μορφή κολάζ – οφείλουν να έρχονται έγκαιρα, για να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα εκεί που χρειάζεται.

            Παρατηρώντας την πρόταση του προεδρείου, δεν μπορεί κανείς παρά να διακρίνει τη βάση της πρότασης που διέρρευσε από το υπουργείο, πασπαλισμένη με στοιχεία άλλων προτάσεων και σερβιρισμένη με μια γαρνιτούρα από συνδικαλιστικές σκοπιμότητες. Ειδικότερα:

  • Η πρόταση προβλέπει ότι στα Νέα Περιφερειακά Πρωτοδικεία (πρώην Ειρηνοδικεία) θα δικάζονται υποθέσεις της σημερινής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, αλλά σταδιακά ο εκάστοτε Προϊστάμενος (μετά από γνωμοδότηση του αρχαιότερου Ειρηνοδίκη) θα αναθέτει στους άλλοτε Ειρηνοδίκες και υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου (έως 250.000).

            Με την πρόταση αυτή οι άλλοτε Ειρηνοδίκες δεν εξειδικεύονται σε κάποιο αντικείμενο, αλλά εισάγονται γενικά στο σύνολο του αντικειμένου της πολιτικής δίκης. Ταυτόχρονα το προεδρείο αποφεύγει να περιγράψει την πραγματική εικόνα της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας των άλλοτε Ειρηνοδικών, διατηρώντας σκόπιμα την καθόλου δημιουργική ασάφεια ως προς τον τρόπο και το χρόνο μετάβασης από την σημερινή ύλη του Ειρηνοδικείου στην ύλη του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Επιπλέον, η πρόταση της γνωμοδότησης του αρχαιότερου Ειρηνοδίκη προς τον Προϊστάμενο, κατά την ανάθεση καθηκόντων από τον τελευταίο, επιχειρεί να απευθυνθεί στο κοινό των νυν Ειρηνοδικών, υποτιμώντας τη νοημοσύνη του με χοντροκομμένο τρόπο και συντηρώντας για το μέλλον ένα διαχωρισμό που δε συνάδει με την έννοια της ενοποίησης.

  • Αποδίδει στους άλλοτε Ειρηνοδίκες τους βαθμούς του Πρωτοδίκη και του Προέδρου Πρωτοδικών, χωρίς να ορίζει ποια θα είναι τα καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών, που θα προκύπτει από τη δεξαμενή των Ειρηνοδικών και κατά πόσο θα διαφέρουν αυτά από του Προέδρου Πρωτοδικών, προερχόμενου από τη δεξαμενή των Πρωτοδικών.

  • Αποκλείει την σε προαιρετική βάση και χωρίς διατάραξη της επετηρίδας, εισαγωγή στη γενική επετηρίδα, εκείνων των Ειρηνοδικών, που θα επιθυμούσαν να επιλέξουν να ακολουθήσουν την υπηρεσιακή εξέλιξη των νυν Πρωτοδικών.

  • Δημιουργεί Πρωτοδίκες δύο ταχυτήτων, αποτυγχάνοντας να δώσει τη δυνατότητα εξειδίκευσης ως προς το αντικείμενο της ύλης, αλλά και εκδίκασης υποθέσεων από πολυμελείς συνθέσεις και σε δεύτερο βαθμό, όπως προβλέπεται στη δική μας πρόταση για τη δημιουργία Δικαστηρίων Ειδικού Αντικειμένου.

  • Δημιουργεί ασάφειες ως προς τη λειτουργία και τη σκοπιμότητα της ύπαρξης Περιφερειακών Πρωτοδικείων, τα οποία θα δικάζουν ακριβώς της ίδιας ύλης υποθέσεις με τα Κεντρικά Πρωτοδικεία, αλλά θα στελεχώνονται καταρχήν από τους άλλοτε Ειρηνοδίκες, μέχρι την αφυπηρέτηση αυτών. Στην παρούσα φάση επομένως η πρόταση δεν περιλαμβάνει κανενός είδους ενοποίηση από την στιγμή που θα εξακολουθούν να υφίστανται δύο πρωτοβάθμια δικαστήρια που εκδικάζουν ίδιο αντικείμενο διαφοροποιούμενο μόνο ως προς το ποσό του αιτήματος. Μεταβάλλεται απλά το όνομα των Ειρηνοδικείων σε Περιφερειακά Πρωτοδικεία χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή.

  • Το κυριότερο: αποτυπώνει ξεκάθαρα την ανάγκη μιας πρότασης φτιαγμένης «στο πόδι», προορισμένης να εξυπηρετήσει μόνο τις ανάγκες συνδικαλιστικής επιβίωσης του νυν προεδρείου, έναντι της καθολικής κριτικής που δέχεται σήμερα από το Δικαστικό Σώμα για την πλήρη απουσία θέσεων.

            Μέσα από κινήσεις σπασμωδικές, χωρίς σχεδιασμό, με άξονα τη διγλωσσία και την συστηματική ασυνέπεια μεταξύ λόγων και έργων, το σημερινό προεδρείο κατόρθωσε να μην έχει η Ένωση καμία πρόταση, ενώ μας χωρίζουν λίγες μέρες από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη διαβούλευση. Η πρόταση που κατέθεσε η ομάδα μας στην τακτική ΓΣ του Δεκεμβρίου για διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας ώστε να συνδιαμορφώσει εγκαίρως το Σώμα τους όρους της ενοποίησης, έρχεται ετεροχρονισμένα και υιοθετείται από το προεδρείο πολύ αργά πλέον. Η εμμονή σε έναν παραλογισμό, που διήρκησε για μήνες όταν υπήρχαν επίσημες διαβεβαιώσεις και δημόσιες τοποθετήσεις Υπουργού και Υφυπουργού Δικαιοσύνης πως θα υλοποιηθεί η συνταγματική πρόβλεψη για ενοποίηση, ρίχνει βαριά την σκιά της στην υπηρεσιακή κατάσταση 2.000 πρωτοβάθμιων δικαστών. Η απόρριψη δύο αιτημάτων σύγκλησης έκτακτης ΓΣ και διεξαγωγής τακτικής ΓΣ επί διήμερο με την διαβεβαίωση του προεδρείου πως ενοποίηση δεν πρόκειται να γίνει, η πεισματώδης προσπάθεια να καταστρατηγηθεί ακόμα και το καταστατικό και να επικυρωθεί μία άκυρη απόφαση της ΓΣ, ήταν πράξεις που θυσίασαν το συλλογικό συμφέρον στον βωμό της σκοπιμότητας. Πρωτοδίκες και Ειρηνοδίκες διέρρηξαν τους μεταξύ τους στενούς συναδελφικούς δεσμούς με σφοδρές αντιπαραθέσεις λόγω μιας παρατεταμένης άρνησης του συλλογικού τους οργάνου να δει με ρεαλισμό την κατάσταση και να την διαχειριστεί με υπευθυνότητα. Το προεδρείο έβλεπε απέναντί του πάντοτε την μειοψηφία του ΔΣ και τις εκλογές του Μαϊου και δεν επικεντρώθηκε στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις που ανέλαβε. Η απόρριψη των προτάσεων και της τακτικής που εισηγηθήκαμε στο θέμα αυτό, δεν συνιστούσε δική μας ήττα αλλά οδυνηρή αποτυχία να ανταποκριθούμε σαν Σώμα στις ανάγκες των καιρών.

            Η παρούσα πρόταση του προεδρείου– για τα μάτια του κόσμου – γρήγορα πρόκειται να αντικατασταθεί από κάποιο νέο αφήγημα, ίσως περί της αναστολής του νόμου που θα ψηφιστεί, ελπίζοντας και πάλι στον εφησυχασμό των συναδέλφων και τη διαχείριση της κριτικής. Τους επόμενους μήνες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για τον νέο δικαστικό χάρτη θα ακολουθήσει αναμόρφωση του ΚΟΔΚΔΛ και του ΚΠολΔ. Το νέο προεδρείο που θα προκύψει από τις αρχαιρεσίες του Μαϊου θα πρέπει να μπορεί να χειριστεί με υπευθυνότητα και σοβαρότητα τα θέματα, να έχει την διορατικότητα και το σθένος να λαμβάνει αποφάσεις, να λειτουργεί ενωτικά, να είναι η φωνή όλων!

Ομολογία  αποτυχίας- Το προεδρείο της Ένωσης σε πλήρες αδιέξοδο

Ομολογία  αποτυχίας- Το προεδρείο της Ένωσης σε πλήρες αδιέξοδο

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη,

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εφέτη,

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη,

Μιχάλη Τσέφα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Ευθαλίας Κώστα, Ειρηνοδίκη,

 

Μελών του ΔΣ της Ε.Δ.Ε.

Αθήνα, 23-1-2024

         Στο χθεσινό έκτακτο ΔΣ η πρόεδρος της Ένωσης ενημέρωσε για τις επαφές που είχε με το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την περασμένη εβδομάδα αυτό που όλη η κοινωνία γνώριζε από το φθινόπωρο, ότι υπάρχει δηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης για ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Μας ενημέρωσε η κα Στενιώτη ότι την επόμενη εβδομάδα, δηλαδή στις 30 Ιανουαρίου, θα έχει οριστικοποιηθεί στο υπουργικό συμβούλιο και ο τρόπος ενοποίησης. Της θέσαμε το ερώτημα εάν θα συγκαλέσει έκτακτη Γ.Σ., όπως είχε δεσμευτεί στην τακτική Γ.Σ. του Δεκεμβρίου. Απάντησε αρνητικά θεωρώντας ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος και ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση της Γ.Σ. Πρότεινε ωστόσο να κατατεθούν όλες οι προτάσεις ενοποίησης μέχρι την Παρασκευή και να τεθούν την επόμενη εβδομάδα σε δημοψήφισμα.

         Είναι προφανές πλέον ότι η υπόθεση έχει χαθεί και το προεδρείο κάνει επικοινωνιακή διαχείριση της ήττας που έχουμε υποστεί συλλογικά.

         Διατυπώσαμε την θέση πως δεν είμαστε αντίθετοι σε ηλεκτρονική ψηφοφορία όλων των προτάσεων, ωστόσο δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα να καταθέσουμε τις θέσεις μας ως Σώμα μετά την έγκριση του σχεδίου από το υπουργικό συμβούλιο, όταν πλέον καμία αλλαγή δεν θα μπορεί να επέλθει.

         Την πρόταση για ηλεκτρική ψηφοφορία την καταθέσαμε ως ομάδα πριν από δύο μήνες στην Γ.Σ. όταν θα είχε ουσιαστικό νόημα συνδιαμόρφωσης των αλλαγών που έρχονται.  Τότε το προεδρείο την απέρριψε και την φέρνει τώρα ετεροχρονισμένα ως δικαιολογία συγκάλυψης της αποτυχίας του.

         Από τον Οκτώβριο είχαμε καλέσει δύο φορές σε σύγκληση έκτακτης Γ.Σ. για να ακουστούν όλες οι απόψεις και να καθορίσουμε την στάση μας, προτάσεις που απορρίφθηκαν με διάφορα αστεία προσχήματα.

         Ζητήσαμε να ενημερωθούμε για την δική τους θέση στο ζήτημα της ενοποίησης. Ακούσαμε εμβρόντητοι ότι το προεδρείο δεν θα καταθέσει καμία πρόταση!! Θα ζητήσει με άλλα λόγια να τοποθετηθούν οι συνάδελφοι στο δημοψήφισμα επί της δικής μας πρότασης καθώς και άλλων που έχουν κατατεθεί ή θα κατατεθούν στον δημόσιο διάλογο αλλά το ίδιο το προεδρείο θα εμμείνει στην θέση της μη ενοποίησης!!!

         Κωμικοτραγικές καταστάσεις που αποκαλύπτουν το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται και την ανικανότητα να διαχειριστούν μια δύσκολη κατάσταση που απαιτούσε μεθοδικότητα, οργάνωση και συγκροτημένο λόγο.

         Οι πολιτικοί και ποινικοί Δικαστές της χώρας παρακολουθούν πλέον ως θεατές τις σαρωτικές αλλαγές στην δομή της δικαιοσύνης, χωρίς εκπροσώπηση, χωρίς επίσημη θέση, μέσα σε κλίμα εσωτερικών συγκρούσεων και σφοδρών αντιπαραθέσεων.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ – ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΘΕΣΕΩΝ

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ – ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΘΕΣΕΩΝ

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. Εφέτη,

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εφέτη,

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη,

Μιχάλη Τσέφα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Μελών του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 2024

 

         Ως μειοψηφία του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ήμασταν εκείνοι, που καταθέσαμε ήδη από τον Οκτώβριο, ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση για μια «ήπια» ενοποίηση, σε προαιρετική βάση, με διατήρηση του Ειρηνοδικείου, εισαγωγή όσων Ειρηνοδικών επιθυμούν στα Πρωτοδικεία μετά από αίτησή τους χωρίς υπερβάσεις της επετηρίδας και διατήρηση όλων των κεκτημένων μισθολογικών δικαιωμάτων.

         Όμως, η προειλημμένη απόφαση κατάργησης των Ειρηνοδικείων ως δικαστικών σχηματισμών, που ήδη ανακοινώθηκε, δημιουργεί την ανάγκη να επικαιροποιήσουμε την αρχική μας πρόταση, διατηρώντας αμετάβλητα τα κύρια χαρακτηριστικά της, αλλά λαμβάνοντας υπόψιν και τα νέα δεδομένα που δημιούργησαν αφενός οι κυβερνητικές εξαγγελίες, αφετέρου οι Ολομέλειες των κατά τόπους Δικαστικών σχηματισμών που έχουν γνωμοδοτήσει στο μεσοδιάστημα.

        Τα βασικά χαρακτηριστικά της επικαιροποιημένης πρότασης στηρίζονται στις εξής παραδοχές:

         α) ότι δεν είναι δυνατή η ύπαρξη πραγματικά παράλληλης επετηρίδας, παρά μόνο υπό το σχεδιασμό μιας δικαστικής διάστρωσης κατά την οποία το αντικείμενο και τα καθήκοντα των νυν ειρηνοδικών και των νυν πρωτοδικών θα είναι απολύτως διαχωρισμένα και μη συναντώμενα μεταξύ τους σε οποιοδήποτε στάδιο της πολιτικής ή της ποινικής δίκης.

         β) ότι η έννοια της ενοποίησης του πρώτου βαθμού, υπηρετείται ευχερώς με το διαχωρισμό των αντικειμένων της πολιτικής δίκης, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα ύπαρξης δύο μονομελών πρωτοβάθμιων δικαστηρίων για τις ίδιες διαφορές, που συντηρεί την παρωχημένη μέθοδο διάκρισης των διαφορών με βάση την αξία τους και οδηγούσε στην συγκυριακή αυξομείωση της συνήθους αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (βλ. Μελέτη Επιτροπής Ειρηνοδικών, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της ΕΝΔΕ (www.ende.gr, την 08.06.2021).

         γ) ότι οι μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών σχετίζονται άμεσα με την βαθμολογική τους εξέλιξη. Ως εκ τούτου, προκειμένου να υπάρχει δικαστικός σχηματισμός που να εξασφαλίζει την απουσία υπηρεσιακών μετακινήσεων (αμετάθετο), είναι αναγκαίο ο σχηματισμός αυτός να έχει περιορισμένη βαθμολογική εξέλιξη, ενώ η απεριόριστη βαθμολογική εξέλιξη πάντα συνδέεται με υπηρεσιακή μετακίνηση.

         Ειδικότερα:

         Προτείνεται η δημιουργία δύο ξεχωριστών δικαστικών σχηματισμών: του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου και του Πρωτοδικείου Γενικού Αντικειμένου. Το είδος της δικαστικής ύλης του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου, θα εκπορεύεται αποκλειστικά από τις ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ και θα προσδιοριστεί αριθμητικά, όπως παραπάνω εκτέθηκε, από τη σχέση της υπάρχουσας ποσότητας δικαστικής ύλης στα αντικείμενα αυτά και του αριθμού δικαστικών λειτουργών που θα υπηρετήσουν εκεί, ώστε να επιτευχθεί αντιστοίχιση με την ποσότητα και ποιότητα ύλης που θα παραμείνει ως αντικείμενο των Πρωτοδικείων Γενικού Αντικειμένου.

         Ο νέος δικαστικός σχηματισμός, θα είναι πλήρως αυτονομημένος και διακριτός από το Πρωτοδικείο Γενικού Αντικειμένου και σε αυτόν θα δικάζονται όλες οι υποθέσεις αυτής της ύλης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, από τους μέχρι σήμερα Ειρηνοδίκες. Ειδικότερα, σε πρώτο βαθμό οι υποθέσεις Ειδικού Αντικειμένου θα δικάζονται από μονομελή σύνθεση, ενώ σε δεύτερο βαθμό θα δικάζονται από πολυμελή σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, που θα απαρτίζεται από Πρόεδρο Πρωτοδικών Ειδικού αντικειμένου και δύο Πρωτοδίκες Ειδικού Αντικειμένου εκ των αρχαιοτέρων του δικαστικού σχηματισμού ως μέλη.

         Η υπηρεσία των Πταισματοδικών ανατίθεται στην ρυθμιστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου. Μετά την περαίωση των εκκρεμουσών υποθέσεων από τους νυν Πταισματοδίκες, η υπηρεσία προανάκρισης θα ανατίθεται εκ περιτροπής με Πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Ειδικού Αντικειμένου, σε Πρωτοδίκη Ειδικού Αντικειμένου, για περιορισμένο χρόνο διετούς θητείας, κατ΄ αντιστοιχία με τα καθήκοντα των Ανακριτών (που θα ανήκουν στην αρμοδιότητα των Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου).

         Στην ύλη του Πρωτοδικείου Γενικού Αντικειμένου, ανατίθεται το σύνολο της ύλης που δεν ανήκει στην ύλη του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου και εκδικάζεται όπως μέχρι σήμερα ορίζεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καταρχήν από τους μέχρι σήμερα Παρέδρους, Πρωτοδίκες και Προέδρους Πρωτοδικών. Στο Πρωτοδικείο Γενικού Αντικειμένου ανατίθεται και η αρμοδιότητα για την εκδίκαση όλων των πλημμελημάτων και κακουργημάτων της μέχρι σήμερα αρμοδιότητάς τους, με τη συμμετοχή σε συνθέσεις Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, Δικαστηρίου Ανηλίκων και ΜΟΔ, καθώς και τα καθήκοντα Ανακριτή. Η υπηρεσιακή εξέλιξη των Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου, διατηρείται ως έχει η μέχρι σήμερα απεριόριστη.

         Κατά τη σύσταση των Πρωτοδικείων Γενικού Αντικειμένου, έχουν δυνατότητα να αιτηθούν εθελοντικά να αποκτήσουν την ιδιότητα του Πρωτοδίκη Γενικού Αντικειμένου, και οι μέχρι πρότινος Ειρηνοδίκες, χωρίς τη διατάραξη της υπάρχουσας επετηρίδας των νυν Πρωτοδικών, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, μετά από κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

         Τέλος, για να έχει αποτέλεσμα το σχέδιο επιτάχυνσης του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να προβλεφθεί ανάλογη αύξηση του αριθμού των οργανικών θέσεων των εφετών οι οποίοι θα επιλαμβάνονται των υποθέσεων σε δεύτερο βαθμό.

 

 Τα οφέλη από την λειτουργία της ως άνω διάστρωσης δικαστικών σχηματισμών:

  • Δε συναντώνται σε κανένα στάδιο της πολιτικής ή της ποινικής δίκης οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Πρωτοδικών του Γενικού με του Ειδικού Αντικειμένου. Αντίστοιχα δεν επηρεάζονται οι προαγωγές και οι μεταθέσεις του ενός Πρωτοδικείου από το άλλο και δεν διαμορφώνονται κοινές δικαστικές συνθέσεις.
  • Προωθείται η εξειδίκευση ως προς το δικαιοδοτικό αντικείμενο, που κινείται στα πρότυπα αντίστοιχων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων και προωθεί την εμβάθυνση αλλά και την επιτάχυνση, χωρίς να οδηγεί σε επιστημονική μονομέρεια.
  • Εξασφαλίζεται η υπηρεσιακή Δικαιοσύνη, καθώς ο προσδιορισμός της ποσότητας της ύλης γίνεται με το αντικειμενικό δεδομένο του αριθμού των δικαστών που απαρτίζει κάθε είδος Πρωτοδικείου.
  • Περιορίζεται η πιθανότητα διατάραξης της προσωπικής και οικογενειακής ζωής των άλλοτε Ειρηνοδικών, καθώς η προοπτική της μετάθεσής τους σχετίζεται αποκλειστικά με την υπηρεσιακή τους εξέλιξη σε Προέδρους Πρωτοδικών Ειδικού Αντικειμένου, με βάσει τις οργανικές θέσεις Προέδρων Πρωτοδικών Ειδικού Αντικειμένου που θα προκύψουν.
  • Εξασφαλίζεται η αδιατάρακτη υπηρεσιακή εξέλιξη των άλλοτε Πρωτοδικών και ήδη Πρωτοδικών Γενικού Αντικειμένου, χωρίς υπερβάσεις στην επετηρίδα τους.
  • Αφενός η εκδίκαση των πολιτικών υποθέσεων του Πρωτοδικείου Ειδικού Αντικειμένου, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από τους δικαστές αυτού του Δικαστηρίου και αφετέρου η διατήρηση της εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων από το Πρωτοδικείο του Γενικού Αντικειμένου, διαμορφώνουν τις συνθήκες της πλήρους μισθολογικής εξομοίωσης όλων των δικαστών του πρώτου βαθμού.
  • Εξασφαλίζεται η συνέχιση και η λειτουργία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, με αντίστοιχη αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών. Με το ως άνω περιγραφόμενο σχήμα, αποφεύγονται οι κίνδυνοι από την μαζική εισαγωγή νέων δικαστών στο Πρωτοδικείο, που θα οδηγούσε μεσοπρόθεσμα σε ακραία υπηρεσιακή στασιμότητα των νεοεισερχόμενων δικαστών και στρεβλώσεις.
  • Τέλος, δε θίγονται με κανένα τρόπο υπαρκτά και δεδομένα μισθολογικά δικαιώματα, ούτε διακινδυνεύεται η απώλεια της κατακτημένης μισθολογικής βαθμίδας των άλλοτε Ειρηνοδικών.

 

         Επίλογος: Γνωρίζουμε καλά ότι η εκπόνηση οποιουδήποτε σχεδίου ενοποίησης, στα πλαίσια των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων, που έχουν τεθεί από το νομοθέτη, αποτελεί μια σύνθετη εργασία, που είναι αδύνατο να οδηγήσει σε απόλυτη ικανοποίηση όλων των εμπλεκομένων. Ο επί πολλούς μήνες συστηματικός εφησυχασμός που καλλιέργησε το προεδρείο της ΕΝΔΕ, ως προς το ενδεχόμενο να μη προχωρήσει η ενοποίηση, κατέστειλε και κατακερμάτισε το διάλογο μεταξύ των μελών μας και ευνόησε τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και την πολυγλωσσία. Χωρίς έκτακτη Γ.Σ. όταν υπήρχε χρόνος διαλόγου, χωρίς ηλεκτρονική ψηφοφορία, όταν υπήρχε χρόνος συνδιαμόρφωσης, η Ένωση εμφανίζεται πια ουραγός των εξελίξεων και τα μέλη της σταδιακά αυτονομούνται.

         Η παρούσα πρόταση θεωρούμε ότι αποτελεί την τελευταία ελπίδα διαμόρφωσης μιας δίκαιης και εφαρμόσιμης ενοποιητικής λύσης, με το μικρότερο δυνατό υπηρεσιακό κόστος και το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, με γνώμονα την προάσπιση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και την αξίωση των πολιτών για σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα απονομής Δικαιοσύνης.

Χωρίς θέση η Ένωση στην διαδικασία διαβούλευσης για τους ποινικούς κώδικες. Μία πικρή διαπίστωση

Χωρίς θέση η Ένωση στην διαδικασία διαβούλευσης για τους ποινικούς κώδικες. Μία πικρή διαπίστωση

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης

ΔΝ Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

 

29 Δεκεμβρίου 2023

 

         Έληξε χθες η προθεσμία διαβούλευσης για τους ποινικούς κώδικες. Χιλιάδες σχόλια έχουν κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο, δεκάδες ημερίδες και παρεμβάσεις από όλο τον νομικό κόσμο της χώρας. Η ομάδα μας ως μειοψηφία του ΔΣ κατέθεσε εγκαίρως αναλυτικό υπόμνημα με τις θέσεις της στα σημαντικότερα άρθρα του νομοσχεδίου. Μέλη της ομάδας μας έκαναν δημόσιες τοποθετήσεις σε ΜΜΕ για τις αλλαγές που εισάγονται.

         Το προεδρείο της Ένωσης απουσίαζε άλλη μια φορά από μια κορυφαία διαδικασία. Δεν γνωρίζει κανείς ποιες είναι οι απόψεις του και αν έχει θέσεις έστω ανεπεξέργαστες και σε πρωτόλεια μορφή. Συγκάλεσαν ΔΣ πριν τρεις εβδομάδες με δήθεν θέμα συζήτησης τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία διατυπωμένη πρόταση. Περίμεναν την δική μας συμβολή στις δικές τους επιστημονικές ανεπάρκειες;

         Μέσα στα επιτεύγματα που μας απαρίθμησε με έπαρση και στόμφο πριν λίγες μέρες περιλαμβάνονται όλες οι τακτικές πράξεις διαχείρισης ενός κοινού σωματείου ή ενός εξωραϊστικού συλλόγου, αλλά λείπουν οι  θέσεις εκείνες που το διακρίνουν από ένα επιστημονικό σωματείο και πολύ περισσότερο από μια δικαστική ένωση. Το κύρος και ο σεβασμός του λαού στο έργο των δικαστών δεν είναι  έννοιες αφηρημένες ούτε επιβάλλονται απλά με την επίκληση στο ήθος του πομπού. Κατακτιούνται ατομικά και με μεγάλη προσπάθεια από τον καθένα μας στην πραγμάτωση της συνταγματικής αποστολής του και συλλογικά μέσα από τον δημόσιο λόγο και την παρουσία της Ένωσης.

         Περιορίσαμε τον ορίζοντα μας σε αποκλειστικά οικονομικά αιτήματα, που ούτε κι αυτά  πετύχαμε, μετατράπηκε και πάλι η Ένωση σε συντεχνία βολική και πρόθυμη, άνευρη, αποκομμένη από τις εξελίξεις, μικρή, στο μέγεθος της επιστημονικής μετριότητας και στο βάρος του ισχνού αποτυπώματος των σημερινών εκπροσώπων της.

         Εάν αυτό το προεδρείο με την μέχρι τώρα πολιτεία του πέτυχε μια άξια εκπροσώπηση του Σώματος, αντίστοιχη του θεσμικού ρόλου του, είναι το ζητούμενο που μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά από τους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς.

Ι.Ασπρογέρακας, Ομιλία στη Γ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 9.12.2023

Ομιλία στη Γ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 9.12.2023

 

Ι.Ασπρογέρακας,

Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

      Η αυστηριοποίηση της υπηρεσιακής μας ζωής, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας συγκυριακής σύμπτωσης πολιτικής βούλησης, γενικότερης απαξίωσης θεσμών και αξιών και του αναμενόμενου κοινωνικού αυτοματισμού εις βάρος μας. Έχει βαθιές ρίζες, ποτισμένες με αντιλήψεις περί ευνοημένων δικαστικών λειτουργών, που λαμβάνουν παχυλούς μισθούς, που δεν εργάζονται αρκετά και δεν αξιολογούνται. Αντιλήψεις που εξέθρεψαν τα τελευταία έτη ο δημοσιογραφικός και δικηγορικός λαϊκισμός,  ενισχύθηκαν όμως κι από το προεδρείο, που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση αγαστών δημόσιων σχέσεων  με τους εκπροσώπους των εν λόγω επαγγελματικών κλάδων, παρά για την ουσία της παραγόμενης πολιτικής τους.

      Ως ομάδα είτε από τη θέση του προεδρείου, είτε ως μειοψηφία, αναδείξαμε την προβληματική αυτή σε κάθε ευκαιρία, αφού:

      Α) καταγγείλαμε την μη συμμετοχή μας σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και πετύχαμε για το ζήτημα αυτό ειδικό ψήφισμα στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών, όταν μέλη του προεδρείου υπερασπίζονταν την διακριτική ευχέρεια  του υπουργείου να επιλέγει τεχνοκράτες συνεργάτες του και να παραγκωνίζει τους κατά τεκμήριο εκπροσώπους του δικαστικού σώματος. Αποτέλεσμα αυτής της πρωτοφανούς στάσης είναι η ένωσης μας να ακούγεται περιορισμένα στην διαδικασία διαβούλευσης στην Βουλή,  έχοντας χάσει την ευκαιρία να είναι συνδιαμορφωτής νομοθετικών κειμένων που μας αφορούν,

      Β) αντιδράσαμε στα επιχειρούμενα σχέδια του υπουργείου περί αξιολόγησης μας με εξετάσεις μέσω υποχρεωτικών σεμιναρίων, αναδεικνύοντας στην πράξη την αξία της συμμετοχής 1.200 συναδέλφων με την καθιέρωση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας ως ένα χρήσιμο εργαλείο, όταν το προεδρείο, ενώ είναι υπέρμαχο της εισαγωγής νέων τεχνολογιών στη δικαιοσύνη, επικαλείται δήθεν λόγους διαφάνειας και παραβίασης προσωπικών δεδομένων και αρνείται τη χρήση μιας τέτοιας δυνατότητας  σήμερα,

      Γ) επισημάναμε προς τα Υπηρεσιακά Συμβούλια τον προβληματισμό μας για την ραγδαία αύξηση των αρνητικών εισηγήσεων προαγωγής συναδέλφων, αναδεικνύοντας τον διαρκή αγώνα του δικαστικού λειτουργού για υπηρεσιακή συνέπεια. Δυστυχώς όμως η προσπάθειά μας, υποδαυλίστηκε εσωτερικά από το προεδρείο, αφού μας κατηγορούσαν ότι προσβάλλουμε το κύρος της δικαιοσύνης και ότι αποσκοπούμε σε μικροσυνδικαλιστικές σκοπιμότητες, υιοθετώντας στο σημείο  αυτό και συμπλέοντας απόλυτα με τον πιο ακραίο δημοσιογραφικό αντιδικαστικό λαϊκισμό. Επιπλέον, εξέφρασαν απερίφραστα την ικανοποίηση τους στις προβλέψεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, ως νομοθέτημα με επαρκές πλαίσιο για το σύνολο της υπηρεσιακής μας κατάστασης. Η κατακραυγή βεβαία του συνόλου των συναδέλφων, τους υποχρέωσε σε αναδίπλωση, υποστηρίζοντας κατόπιν εορτής την άποψη περί αντισυνταγματικότητας της σχετικής διάταξης που περιορίζει το δικαίωμα προσφυγής και το εξαρτά από συγκεκριμένο αριθμό θετικών ψήφων. Επαμφοτερίζουσα στάση όμως που συνοδεύτηκε από την ηχηρή παραίτηση 23 ανωτάτων δικαστών και  εισαγγελέων ως μελών της ένωσης, αλλά και με συνέπειες για την εσωτερική συνοχή του προεδρείου, αφού η Γενική Γραμματέας της Ένωσης, δεν υπέγραψε, κατά την καταστατική της αρμοδιότατα, την σχετική ανακοίνωση, κρατώντας σαφείς αποστάσεις από το περιεχόμενο της, ενώ μέχρι και σήμερα δεν έχει διευκρινίσει τη θέση της επί του εν λόγω ζητήματος. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση όμως χαιρετίζουμε τη δέσμευση ενώπιον μας του Υπουργού Δικαιοσύνης ότι θα επαναφέρει τη παλαιά διάταξη περί δυνατότητας δευτεροβάθμιας κρίσης χωρίς εξαρτήσεις από αριθμητικές προϋποθέσεις,

      Δ) καταδικάσαμε άμεσα τις απαξιωτικές για όλο το δικαστικό σώμα αποφάσεις των ΔΣ Αθηνών και Ιωαννίνων για αποχή από τις συνεδριάσεις δικαστηρίων, που συμμετέχουν συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί, επειδή απέρριψαν αιτήματα αναβολών. Αντίθετα και σ’ αυτή τη περίπτωση το προεδρείο πιστό στο δόγμα των καλών δημοσίων σχέσεων και των ίσων αποστάσεων, επικαλέστηκε αόριστα,  ζητήματα αντισυνταγματικότητας, καλώντας το δικηγορικό σύλλογο σε αμοιβαίο διάλογο. Μνημειώδης ωστόσο, όσο και απόλυτα στοχευμένη στην ουσία της, ήταν η χλευαστική ανταπάντηση του προέδρου του ΔΣΑ κ. Βερβεσού, ότι δηλαδή ζητήματα αντισυνταγματικότητας εγείρονται από την δική τους παράλειψη να λάβουν θέση για την γνωστή  γνωμοδότηση Ντογιάκου για την ΑΔΑΕ και τις υποδείξεις του νυν Πρωθυπουργού για τις ανακριτικές ενέργειες στην υπόθεση του σιδηροδρομικού ατυχήματος των Τεμπών.  Και

      Ε) εκφράσαμε την αντίθεση μας στην πρόσφατη πρόταση της Ένωσης Εισαγγελέων περί επιμήκυνσης κατά δύο ωρών των συνεδριάσεων των ποινικών δικαστηρίων, καθώς θεωρούμε ότι αυτή δεν μπορεί να τίθεται στο ζύγι διεκδικήσεων – παραχωρήσεων συγκεκριμένου κλάδου και με ωφελιμιστικά μάλλον για τους ίδιους κριτήρια. Κι αυτό γιατί είναι ζήτημα που αφορά το σύνολο των δικαστικών λειτουργών, που εργάζονται υπό διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικές υπηρεσιακές υποχρεώσεις ανά κλάδο και βαθμό, όλοι όμως σε αντικείμενα που απαιτούν πνευματική διαύγεια και εγρήγορση. Εξάλλου, η συζήτηση αυτή διεξάγεται χωρίς συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν το σκοπό της. Φοβάμαι όμως ότι αποτελεί προάγγελο μιας επόμενης κατά λογική αναγκαιότητας συζήτησης, αυτής της περιστολής των δικαστικών διακοπών.

      Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχω τη γνώμη ότι η μεθοδική απαξίωση του έργου και του θεσμικού μας ρόλου, με την επίμονη προβολή της ταχύτητας, ως μοναδικού κριτηρίου αξιολόγησης και τη διαρκή εκτελεστική βούληση για εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας μας, αντιμετωπίστηκε από το παρόν προεδρείο όχι με ουσία, αλλά με μια διάθεση αυτάρεσκης προβολής σε τηλεοπτικά πάνελ και προδιαγεγραμμένες συζητήσεις σε ημερίδες ιδιωτικών φορέων και κύκλων. Είναι στο χέρι μας πιστεύω να παλέψουμε για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, για δικαιοσύνη για μας τους ίδιους, έχοντας κατά νου ότι η πεμπτουσία της δεν είναι η αυστηρότητα, αλλά η ουσιαστική διάκριση.

      Τέλος, θέλω να απευθυνθώ στους συναδέλφους ειρηνοδίκες και να σας πω ότι τιμούμε την διαχρονική προσφορά σας στο σώμα και αναγνωρίζουμε τον κόπο σας διεκπεραίωσης των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Το ζήτημα της ενοποίησης όμως δεν αφορά μόνο εσάς αποκλειστικά, αλλά συνολικά όλο των πρώτο βαθμό και ανακλαστικά ίσως και το δεύτερο. Τυχόν ψήφιση της πρότασης του ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ, σημαίνει ότι εθελοτυφλούμε σ’ αυτό που θα κληθούμε να διαχειριστούμε το επόμενο διάστημα και δίνουμε λευκή επιταγή στο προεδρείο, χωρίς το τελευταίο να έχει γνωστοποιήσει στο ελάχιστο ως σήμερα τις θέσεις του στο ζήτημα αυτό. Η πρόταση που έχουμε θέσει, δίνει προοπτική και αναβαθμίζει τον ειρηνοδίκη, που επιθυμεί να ενταχθεί στο Πρωτοδικείο, τόσο βαθμολογικά όσο και  μισθολογικά. Βαθμολογικά, με σεβασμό στην ισχύουσα σήμερα επετηρίδα και υπηρεσιακή τάξη, γεγονός που δικαιολογείται όχι μόνο από το σύνταγμα, αλλά κι από το εύρος των νέων δικαστικών καθηκόντων που θα κληθεί να αναλάβει,  σε αστικό και ποινικό επίπεδο, ενώ εξυπηρετεί και την ομαλή του μετάβαση στην νέα του υπηρεσιακή ζωή. Εύχομαι από τη σημερινή ΓΣ να πρυτανεύσει η λογική, αντιλαμβανόμενοι όλοι ότι το διακύβευα είναι κοινό και ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται μέσα από τις αναγκαίες υποχωρήσεις και συνθέσεις.

 

Τι (δεν) πετύχαμε- Στον απόηχο μιας Γ.Σ. που δεν θα ξεχαστεί εύκολα

Τι (δεν) πετύχαμε –

Στον απόηχο μιας ΓΣ που δεν θα ξεχαστεί εύκολα

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη,

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εφέτη,

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη,

Μιχάλη Τσέφα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών,

Ευθαλίας Κώστα, Ειρηνοδίκη,

 

Μελών του ΔΣ της Ε.Δ.Ε.

Αθήνα, 18-12-2023

 

         Οι αλλαγές που δρομολογούνται στη Δικαιοσύνη ερήμην των λειτουργών της, η αγωνία και η αβεβαιότητα για την υπηρεσιακή μας κατάσταση από το νέο δικαστικό έτος προϊδέαζαν για μια μεγάλη συμμετοχή των μελών μας στην φετινή τακτική ΓΣ. Μπορεί η ουσιαστική συζήτηση να επισκιάστηκε από τα θλιβερά γεγονότα της ωμής παραβίασης του καταστατικού και την έκδοση ενός άκυρου Ψηφίσματος, το Σώμα ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται στη δίνη προβλημάτων δυσεπίλυτων.

         Στην βεβαιότητα της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας δεν καταφέραμε να καθορίσουμε τους όρους και να συνδιαμορφώσουμε το πλαίσιο των αλλαγών. Εμείς τις προτάσεις μας τις καταθέσαμε ήδη από 17 Οκτωβρίου και αναμέναμε τον εμπλουτισμό τους μέσα από γόνιμο διάλογο με τα μέλη της Ένωσης. Με ένα προεδρείο το οποίο αρνείται να δει την πραγματικότητα που έρχεται, καλλιεργεί τις αυταπάτες ότι δήθεν η ενοποίηση δεν θα γίνει, δημαγωγεί και αρνείται να λάβει θέση φοβούμενο να μην δυσαρεστήσει κανέναν, οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στην επιβολή των σχεδιαζόμενων μέτρων χωρίς διατύπωση εναλλακτικής πρότασης. Η διοίκηση της ΕΝΔΕ φαίνεται απλά να ξορκίζει τις αλλαγές που έρχονται, προσδοκώντας να έρθει η τελική τους μορφή, μετά τις αρχαιρεσίες του Μαΐου, ελπίζοντας να μην υποχρεωθεί μέχρι τότε να πάρει καμία θέση. Η άρνηση του προεδρείου να συγκαλέσει έκτακτη ΓΣ με μοναδικό θέμα την ενοποίηση του πρώτου βαθμού μας στέρησε την δυνατότητα διαλόγου και επιδραστικότητας. Οι παραδοξολογίες και οι ανέξοδες εξαγγελίες για διακοπές συνεδριάσεων των δικαστηρίων σε περίπτωση που κατατεθεί το νομοσχέδιο για την ενοποίηση, προκαλούν μόνο θυμηδία, όταν προέρχονται από μια διοίκηση που έχει μάθει να σκύβει το κεφάλι αδιαμαρτύρητα και να δέχεται τα πάντα.

          Άδοξο τέλος είχε και το παραμύθι που κράτησε για 12 μήνες περί μισθολογικών αυξήσεων έως και 800 ευρώ το μήνα! Το προεδρείο, μας πληροφόρησε στη ΓΣ, πως πρέπει να είμαστε και ευχαριστημένοι με την τροπολογία, που κατατέθηκε ανήμερα της συνέλευσης, για τις αυξήσεις επιδομάτων ύψους 150 ευρώ, που συμφώνησαν με το Υπουργείο Οικονομικών. Δηλαδή, για αυξήσεις που ενώ έρχονται μετά από μια δεκαετία στασιμότητας, αντιστοιχούν στο 5% του συνολικού μισθού μας και δεν αναπληρώνουν ούτε τις απώλειες που έχουμε υποστεί από τον πληθωρισμό του τρέχοντος έτους. Βάφτισαν νέο μισθολόγιο τα ελάχιστα που είχε σκοπό το υπουργείο να συμφωνήσει και μας δέσμευσαν για τα επόμενα χρόνια με έναν μισθό που σταδιακά θα απομειώνεται η πραγματική του αξία, χωρίς να υπολογιστεί ότι και οι δαπάνες μετακινήσεων και διαμονής που καλύπτονται εξολοκλήρου από μας τους ίδιους, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Εγκατέλειψαν την διεκδίκηση 13ου και 14ου μισθού, όπως είχαν εκφράσει αντιρρήσεις και για την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης ώστε να μην φέρουν σε δύσκολη θέση το οικονομικό επιτελείο. Δεμένοι από πολλές κλωστές, με άγνωστες συμφωνίες καθήλωσαν και τον βασικό μισθό στα ίδια επίπεδα, όπως και τα χρονοεπιδόματα. Και όλα αυτά, ενώ για άλλες  κοινωνικές ομάδες βρέθηκε διαφορετικής έκτασης δημοσιονομικός χώρος: Το επίδομα θέσης ευθύνης στον δημόσιο τομέα αυξάνεται μέχρι και 300 ευρώ και οι αμοιβές των διευθυντών των νοσοκομείων πάνω από 1.000 ευρώ καθαρά το μήνα.

           Οι συνταξιούχοι συνάδελφοι εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους. Αφού λοιδορήθηκαν και κατηγορήθηκαν από κυβερνητικούς αξιωματούχους για προνομιακή μεταχείριση, με ποσοστό αναπλήρωσης της σύνταξής τους στο 45% του μισθού τους -το μικρότερο σε όλο το δημόσιο- και αφού έλαβαν υποσχέσεις για κάποιου είδους αύξηση, αλλά όχι πάντως στα ποσοστά που η αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάσισε, τελικά ξεχάστηκαν εντελώς στον φετινό προϋπολογισμό. Η Ένωση φυσικά απούσα. Δεν απάντησε στις προκλητικές δηλώσεις υπουργών της κυβέρνησης που στοχοποίησαν τους συναδέλφους, δεν πραγματοποίησε επισκέψεις στους αρμόδιους υπουργούς, δεν εξέδωσε καν μια ανακοίνωση διαμαρτυρίας.

        Στις απορρυθμίσεις που εισάγει το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τους Ποινικούς Κώδικες η ομάδα μας τοποθετήθηκε έγκαιρα με εμπεριστατωμένη και λεπτομερή μελέτη. Το ίδιο ενδιαφέρον υπάρχει από την πανεπιστημιακή κοινότητα με πλήθος ομιλιών και αρθρογραφίας. Η διοίκηση της Ένωσης δεν βρήκε ακόμα χρόνο να ασχοληθεί με το ζήτημα και δεν αφιέρωσε ούτε ένα λεπτό για να τοποθετηθεί στη ΓΣ. Την καλούμε, έστω και τώρα, να υιοθετήσει τις προτάσεις μας, προκειμένου να έχει θέσεις η Ένωση κατά τη διαβούλευση.

          Η φετινή ΓΣ αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας χαμένης διετίας, ενός πισωγυρίσματος σε όλα τα επίπεδα. Χάθηκε το κύρος και η αξιοπιστία μας με τις βραβεύσεις δικαστών από δικαστικό επιμελητή και με τα πάρτι που αντικατέστησαν τις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ηττηθήκαμε σε επίπεδο διεκδικήσεων γιατί απωλέσαμε τον σοβαρό δημόσιο λόγο και την ουδετερότητά μας απέναντι στα πολιτικά κόμματα. Ποδοπατήθηκε βάναυσα η δημοκρατία στο εσωτερικό της Ένωσης, ασκείται τρομοκρατία σε όσους διαφωνούν με το προεδρείο, παραβιάζεται συστηματικά το καταστατικό φανερά και ανοιχτά. Είναι πλέον καιρός για ανασύνταξη. Να επιστρατεύσουμε ξανά τον επιστημονικό μας λόγο, την σοβαρότητα και την ηθική, προσόντα σύμφυτα με τον συνταγματικό μας ρόλο, να αξιοποιήσουμε την εμπειρία που αποκτήσαμε και να διεκδικήσουμε αυτά που δικαιούμαστε.

 

Καλές γιορτές και καλή χρονιά σε όλους!

Χ.Σεβαστίδης, ομιλία στη Γ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 9.12.2023

Ομιλία στη Γ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 9.12.2023

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης,

Δ.Ν. Εφέτης

         Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

         Θα έπρεπε να ευχαριστούμε όλοι την κ. Στενιώτη και το προεδρείο της Ένωσης γιατί αφενός με την άρνησή τους να δεχτούν να πραγματοποιηθεί η ΓΣ επί διήμερο και αφετέρου με την προκλητική παραβίαση του Καταστατικού και την απόρριψη του αιτήματος 311 συναδέλφων για σύγκληση έκτακτης ΓΣ, έγιναν ακούσιοι κήρυκες της μαζικότερης ΓΣ τα τελευταία χρόνια. Μιας ΓΣ που συγκεντρώνει αγανάκτηση, απογοήτευση και θλίψη για τα πεπραγμένα ενός προεδρείου που διακρίθηκε μόνο για τις εξαιρετικές κοινωνικές του σχέσεις με επιχειρηματίες, εκπροσώπους Funds και τραπεζών, για την εκκωφαντική  σιωπή του όταν όφειλε να τοποθετηθεί, για τους συμβιβασμούς πίσω από την πλάτη των εντολέων του, για το παιχνίδι της δημαγωγίας και της εξαπάτησης στο οποίο επιδόθηκε με μεγάλη μαεστρία. Θα τοποθετηθώ στα δύο βασικότερα θέματα της αποψινής ΓΣ.

         Το πρώτο είναι η ψήφιση του νέου δικαστικού μισθολογίου. Από πέρσι το Νοέμβριο το προεδρείο ενημέρωνε για τις συναντήσεις με τον πρωθυπουργό και την θετική του διάθεση να προχωρήσει στην επαναφορά των επιδομάτων στα επίπεδα του 2008. Στην περσινή ΓΣ προετοίμαζε τους συναδέλφους για εξαγγελία εκ μέρους του τότε υπουργού δικαιοσύνης μηνιαίων αυξήσεων 800 ευρώ. Όπως αποκαλύφθηκε από γραπτό μήνυμα μέλους του προεδρείου που έφτασε από δικό του λάθος σε κοινότητα, οι αυξήσεις αυτές θα δίνονταν εφόσον η Ένωση ενταφίαζε οριστικά την διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού. Για τον λόγο αυτό έδωσαν πέρσι μεγάλο αγώνα στην ΓΣ να μην διεκδικήσουμε την επαναφορά των Δώρων. Οι συνάδελφοι με συντριπτική πλειοψηφία τους έδωσαν την απάντηση. Έκτοτε πέρα από τον διαμοιρασμό των σχεδίων της αγωγής ουδέποτε έθεσαν ζήτημα επιστροφής των Δώρων αγνοώντας προκλητικά την βούληση του ανώτατου οργάνου της Ένωσης. Ακολούθησε μία περίοδος συναντήσεων με τον τότε υπουργό οικονομικών κ Σκυλακάκη και η διαβεβαίωσή του ότι μέχρι τον Μάρτιο θα ψηφίζονταν το νέο μισθολόγιο. Η ψήφιση του μισθολογίου μετατέθηκε χρονικά πριν την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών. Τον Ιούνιο η πρόεδρος της ένωσης μας ενημέρωσε ότι η κυβέρνηση δεν πρόλαβε να ψηφίσει το μισθολόγιο και ότι υπάρχει δέσμευση πως θα είναι το πρώτο νομοσχέδιο που θα εισαχθεί από τη νέα κυβέρνηση. Τέλη Ιουλίου μέλη του προεδρείου πανηγυρίζουν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «βγήκε λευκός καπνός και τα επιδόματα επιστρέφουν στα επίπεδα του 2008». Λίγες ημέρες αργότερα δημοσιοποιείται τροπολογία του Υπουργείου οικονομικών που τους διαψεύδει άλλη μια φορά. Οι προβλεπόμενες τότε αυξήσεις των 120 ευρώ το μήνα χαρακτηρίζονται από την κ Στενιώτη «ψιχία» και στο ΔΣ που ακολούθησε μας δήλωσαν ότι «επρόκειτο για ασκήσεις επί χάρτου και εφόσον οι αυξήσεις είναι αυτού του ύψους, τότε θα πρέπει να δώσουμε τα χρήματα στους φτωχούς». Έρχονται σήμερα μετά από 12 μήνες διαπραγματεύσεων και μας δηλώνουν πως είναι τεράστια επιτυχία η επιστροφή του 50% των επιδομάτων του 2008 γεγονός που σημαίνει σε απόλυτους αριθμούς 150 ευρώ στον πρώτο βαθμό και 190 ευρώ στον δεύτερο βαθμό. Αθροίζουν στα ποσά αυτά και τις αυξήσεις που δόθηκαν χωρίς καμία διαπραγμάτευση σε όλο το Δημόσιο. Πρόκειται για ξεκάθαρο εμπαιγμό του Δικαστικού Σώματος. Είναι η πρώτη φορά που ονομάζουμε νέο δικαστικό μισθολόγιο μία ασήμαντη αύξηση μόνο στα επιδόματα. Οι αυξήσεις αυτές μόλις καλύπτουν τις απώλειες των μισθών μας από τον πληθωρισμό την χρονιά που πέρασε. Οι μισθολογικές αναπροσαρμογές σε θέσεις ευθύνης στον δημόσιο τομέα ξεπερνούν κατά πολύ τα παραπάνω ποσά.  Το δικαστικό μισθολόγιο θα μας δεσμεύει για τα επόμενα 10 χρόνια. Δεν αποτελεί αίτημα που κατατίθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων συχνά. Ας αναλογιστούμε ότι με την συμφωνία στην οποία κατέληξε το προεδρείο ο μισθός μας θα έχει εξανεμιστεί πλήρως μετά από μία πενταετία. Δεν τόλμησαν να διαπραγματευτούν την αύξηση του Βασικού Μισθού, διεκδίκηση που θα είχε πολλαπλά οφέλη δεδομένου ότι στον βασικό μισθό υπολογίζονται τα χρονοεπιδόματα και οι συντάξεις. Είχαν υποσχεθεί στους Ειρηνοδίκες μισθολογική εξομοίωση με τους πρωτοδίκες. Όχι μόνο δεν πέτυχαν εξομοίωση αλλά ούτε διεκδίκησαν μια υποτυπώδη έστω αύξηση. Δύο σχεδόν χρόνια μετά τις τελευταίες αρχαιρεσίες και δεν έστειλαν ούτε μια επιστολή στα αρμόδια υπουργεία ώστε να είναι συνεπείς με τα όσα είχαν κάνει σημαία τους το 2022. Το αποτέλεσμα αυτό της δικής τους διαπραγμάτευσης δεν είναι τόσο απόδειξη της ανικανότητάς τους την οποία θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε. Είναι η πιο μεγάλη απόδειξη των αδιαφανών διαδικασιών και των υπόγειων συνεννοήσεων με τμήματα της εκτελεστικής εξουσίας. Τα ίδια ακριβώς έκαναν και το 2021 όταν στο ΔΣ του Φεβρουαρίου καταψήφισαν την πρότασή μας για κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. Το όφελος που έχουμε σήμερα από τον αγώνα που έδωσε τότε μόνο το προεδρείο της Ένωσής μας είναι μεγαλύτερο από αυτό που έχουν πετύχει σήμερα. Εμείς δεσμευόμαστε συνάδελφοι απέναντί σας πως από τον Μάϊο θα επαναδιαπραγματευτούμε με το Υπουργείο Οικονομικών και με ανοιχτά πλέον χαρτιά την αύξηση του Βασικού Μισθού κατά 20% και την επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού. Αποδείξαμε διαχρονικά την αποτελεσματικότητά μας στην διεκδίκηση των οικονομικών αιτημάτων και τους καθαρούς όρους διεξαγωγής των συζητήσεων επιδιώκοντας κάθε φορά την ευρεία κοινωνική αποδοχή των αιτημάτων μας και όχι έναν ελιτίστικο και μοναχικό δρόμο κοινωνικής απομόνωσης στον οποίο έχουμε οδηγηθεί από πέρσι.

         Αναφορικά με τον σχεδιασμό του νέου δικαστικού χάρτη. Εξηγήσαμε με την από 17 Οκτωβρίου 2023 ανακοίνωσή μας ότι μετά από πιέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας για περιορισμό των δαπανών στη Δικαιοσύνη και προκειμένου να ενισχυθεί ο κρατικός προϋπολογισμός από το Ταμείο Ανάκαμψης, δέχτηκε το Ελληνικό Δημόσιο το κλείσιμο μεγάλου αριθμού δικαστικών καταστημάτων. Η αρχή θα γίνει με τα 63 κεντρικά Ειρηνοδικεία, 15 Πρωτοδικεία και 4 Εφετεία, ενώ σύντομα το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης της συμφωνίας προβλέπει απονέκρωση όλων των Ειρηνοδικείων και ακόμα μεγαλύτερου αριθμού Πρωτοδικείων και Εφετείων στα πρότυπα άλλων χωρών της ΕΕ με εντελώς διαφορετική γεωγραφική κατανομή και δίκτυο μέσων μεταφοράς. Ως πρόφαση για τις νέες απορρυθμίσεις αξιοποιήθηκε το υπαρκτό γεγονός της ανισοκατανομής της ύλης μεταξύ των δικαστηρίων. Αντιπροτείναμε λοιπόν την ισοκατανομή των υποθέσεων σε όλα τα δικαστήρια σε επίπεδο εφετειακής περιφέρειας. Ο πρόεδρος Εφετών να επιλαμβάνεται της ίσης κατανομής των υποθέσεων στα δικαστήρια της περιφέρειάς του. Στην πρότασή μας αυτή δεν ακούσαμε κανένα αξιόλογο αντεπιχείρημα. Η μοναδική πραγματική αιτία του Δικαστικού Καλλικράτη είναι ο περιορισμός του κόστους συντήρησης των δικαστικών κτιρίων στη λογική του μικρότερου κράτους και της  σχέσης κόστους οφέλους. Το κράτος επιχειρηματίας μειώνει τις δημόσιες δομές ώστε να ωφεληθεί λογιστικά και να μπορεί να αξιοποιήσει τα κονδύλια για ενίσχυση των επιχειρήσεων. Αλλά ποιο είναι το όφελος από αυτές τις παρεμβάσεις; Σύμφωνα με την εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 92% του προϋπολογισμού του υπουργείου Δικαιοσύνης αντιστοιχεί σε ανελαστικές δαπάνες (πχ μισθοδοσία) και μόλις το 8% στην συντήρηση των υποδομών.

         Στην θέση του Υπουργείου για ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας το προεδρείο της Ένωσης απάντησε αρνητικά δεχόμενο ωστόσο την αύξηση της υλικής αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων τουλάχιστον κατά 10.000 ευρώ, την μερική καθετοποίηση των ειδικών διαδικασιών την οποία ξόρκιζε πριν 2 χρόνια,  το κλείσιμο 50 Ειρηνοδικείων. Και το σημαντικότερο: αποστερεί την δυνατότητα σε πολλούς νέους Ειρηνοδίκες να ενταχθούν έστω σε εθελοντική βάση στην επετηρίδα των Πρωτοδικείων. Τους θεωρεί προφανώς επιστημονικά ανεπαρκείς να ανταποκριθούν στα καθήκοντα αυτά αν και έχουν αποδείξει έμπρακτα την τεράστια επιστημονική τους επάρκεια τόσο με τις αποφάσεις που εκδίδουν όσο και με το συγγραφικό τους έργο.

         Με δεδομένη ωστόσο την βούληση του Υπουργείου να τηρήσει τις συμφωνίες με την Παγκόσμια Τράπεζα και μάλιστα να ψηφίσει το νομοσχέδιο εντός του Φεβρουαρίου, κάθε απόφαση σήμερα που θα συστρατευτεί με το «όχι στην ενοποίηση», δίνει ουσιαστικά λευκή επιταγή στο προεδρείο να διαπραγματευτεί με όποιους όρους θέλει εκείνο από τον επόμενο μήνα. Αυτό ακριβώς θέλουν. Να έρθουν οι εξελίξεις ερήμην μας, να μπορούν να κάνουν τις συμφωνίες που έκαναν στο μισθολόγιο και στο συνταξιοδοτικό. Το «όχι στην ενοποίηση» σημαίνει αποχή μας από τις διαδικασίες της διαβούλευσης που θα ξεκινήσουν πολύ σύντομα. Είναι εθελοτυφλία και δεν οδηγεί πουθενά. Γνωρίζω τις υπαρκτές αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη μας. Την δυσκολία να βρεθεί ένας κοινός τόπος που θα ικανοποιεί ισότιμα όλους. Κατατέθηκαν στον δημόσιο διάλογο πολλές προτάσεις που εκφράζουν τις εύλογες ανησυχίες για τις τεκτονικές αλλαγές που έρχονται. Αλλαγές για τις οποίες είχαμε προειδοποιήσει όταν πριν 2 χρόνια προτείναμε την καθετοποίηση των διαδικασιών ώστε τώρα να είχαμε πετύχει ομαλή μετάβαση στη νέα εποχή. Οι δημαγωγικές φωνές τότε και οι μαξιμαλιστικές θέσεις επικράτησαν της λογικής. Σήμερα βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο. Ο χρόνος μας πιέζει ασφυκτικά. Η μόνη λύση αυτή τη στιγμή είναι η ηλεκτρονική ψηφοφορία όλων των μελών στα σημαντικότερα ζητήματα με τα οποία θα βρεθούμε αντιμέτωποι. Να δώσει το Σώμα με τρόπο δημοκρατικό τις απαντήσεις του και να συνδιαμορφώσει τις βασικές παραμέτρους του νομοσχεδίου που θα καταθέσει τον επόμενο μήνα το Υπουργείο. Η σημερινή ΓΣ θα πρέπει να είναι ενωτική. Να ξεπεράσουμε τις συγκυριακές διαχωριστικές γραμμές που διασπούν το ενιαίο μέτωπο το οποίο απαιτούν οι περιστάσεις να έχουμε. Θα πρέπει σήμερα να λάβουμε απόφαση ώστε μέσα στις επόμενες 2 εβδομάδες να διενεργηθεί ηλεκτρονική ψηφοφορία μέσω της πλατφόρμας ΖΕΥΣ. Τα ερωτήματα που θα τεθούν στην ηλεκτρονική ψηφοφορία θα πρέπει να τα καθορίσουμε από σήμερα και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας θα είναι δεσμευτικό για το προεδρείο.   Καταθέτουμε στο προεδρείο της Συνέλευσης το σχέδιο Ψηφίσματος το οποίο θέτουμε στην κρίση σας.

Α.Ερμίδου, τοποθέτηση στην Γ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 9.12.2023

Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ της  9/12/2023

 

Ακριβή Ερμίδου,

Ειρηνοδίκης Αθηνών

         Στις 19 Μαΐου 1983  ο εφέτης τότε και μετέπειτα πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας, παρουσίασε εισήγηση στην Εταιρεία Δικαστικών Μελετών με θέμα « Η κατάργηση  των Ειρηνοδικείων». Ακολούθησε συζήτηση  που ολοκληρώθηκε σε τέσσερις συνεδριάσεις. Το πόρισμα της  εταιρείας,  κατέληγε ως εξής: « Οπωσδήποτε ένα είναι βέβαιο. Ότι η δυσχέρεια της απορρόφησης των Ειρηνοδικών  δεν πρέπει να  επιβραδύνει  την κατάργηση των Ειρηνοδικείων. Γιατί ο χρόνος  που περνάει  κάνει ολοένα δυσκολότερη την αντιμετώπιση του προβλήματος, ενώ παρατείνεται μια κατάσταση με ολοφάνερα και σοβαρότατα μειονεκτήματα»[1]. Λίγα χρόνια αργότερα   η Διαρκής  Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης  Τάξης και Δικαιοσύνης  συνήλθε στις   20, 21 και 22 Απριλίου 1999    με αντικείμενο  την επεξεργασία  και εξέταση του σχεδίου νόμου  του Υπουργείου Δικαιοσύνης « Ενοποίηση του πρώτου βαθύ  δικαιοδοσίας των πολιτικών  και ποινικών  δικαστηρίων…». Το σχέδιο νόμου  ψηφίσθηκε   χωρίς την ανωτέρω μεταρρύθμιση, η οποία λίγες ώρες πριν την συζήτησή του στην Βουλή αποσύρθηκε από τον Υπουργό κ. Ευάγγελο Γιαννόπουλο κι έτσι σημειώθηκε η όγδοη ανεπιτυχής  προσπάθεια της πολιτείας, από έτος 1904 μέχρι τότε για την αναδιάρθρωση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας[2]. Έκτοτε μέχρι σήμερα παρήλθαν  24  χρόνια  χωρίς να επέλθει καμιά  εκ βάθρων μεταρρύθμιση στο κλάδο των Ειρηνοδικών, παρά μόνο διαρκείς  τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τις οποίες  μεταβλήθηκε  αρκετές φορές η καθ’ ύλην αρμοδιότητα στα δικαστήρια του πρώτου βαθμού (Ειρηνοδικεία-Πρωτοδικεία), αυξήθηκε η αρμοδιότητα λόγω ποσού των Ειρηνοδικείων ή ανατέθηκε σ’ αυτά   ειδική ύλη.  Παράλληλα δεν έπαυσαν να υπάρχουν φωνές  στο δικαστικό κόσμο ολοένα αυξανόμενες για το ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στο πρώτο βαθμό, ενώ  οι τόσες διαδοχικές αποτυχημένες προσπάθειες  για ενοποίηση, δημιουργούσαν εύλογα την εντύπωση ότι η έλλειψη τόλμης για αντίστοιχη πολιτική απόφαση, ευθύνεται προεχόντως γι’ αυτό, αφού και στις οκτώ προσπάθειες η πολιτεία αντιλαμβανόταν το  οφθαλμοφανές, ουδέποτε όμως ολοκλήρωσε την αντίστοιχη  νομοθετική της πρωτοβουλία. Έτσι   το 2015  και αφού είχε προηγηθεί η ερμηνευτική διάταξη  του  άρθρου 88 του Συντ, σε ένα  σχετικό μου τότε άρθρο[3] επεσήμανα  το   γεγονός  ότι  εδώ και πολλά  χρόνια, οι ειρηνοδίκες  δεν ήταν  απλώς ειρηνοποιοί, για τη συμβι­βαστική διευθέτηση των διαφορών, αλλά  ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί  με νομική παιδεία και κατάρτιση και ότι ίσως έπρεπε να ανοίξει εκ νέου ο διάλογος   για το ζήτημα αυτό , αφού   ύστερα και από την ανάθεση στους ειρηνοδίκες αυξημένων  αρμοδιοτήτων και καθηκόντων  αφενός μεν  ο όγκος εργασίας  τους είχε  υπερδιπλασιασθεί,  αφετέρου το επίπεδο της νομικής κατάρτισης των ειρηνοδικών κυρίως των νεώτερων  , ήταν  ιδιαίτερα υψηλός και εφάμιλλος εκείνου των  πρωτοδικών. Ωστόσο   για να είμαι ειλικρινής όταν το 2016   είχα τη τύχη να είμαι μέλος στο προεδρείο της  Ενωσης  ,  διαπιστώνοντας  ότι μεγάλη μερίδα των νέων συναδέλφων μου  επιθυμούσε την παραμονή του στο  βαθμό αυτό,  αντιμετωπίζοντας με δυσπιστία την  περίπτωση της ενοποίησης,  οι πρώτες μου ενέργειες ήταν  σε πρώτη φάση τουλάχιστον τότε ως Προεδρείο, να επιδιώξουμε την αναγκαία  μεταβολή στον τρόπο  διορισμού τους  και τη παροχή σε αυτούς εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατάρτισης, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει για τους  λοιπούς   δικαστές, «προκειμένου να  μπορούν να ανταποκριθούν  ευχερέστερα στο δύσκολο έργο τους», μια  αιτιολογία που με ικανοποίηση είδαμε στην συνέχεια να αποτελεί την εισηγητική έκθεση του νέου νόμου 4689/2020 με τον οποίο ιδρύθηκε η κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εσδι.  Πραγματικά από τότε  πίστευα  ότι με την πάροδο των ετών το ζήτημα της ενοποίησης  του πρώτου βαθμού  θα  ήταν  νομοτελειακό, αφού κάθε  φραγμός  πλέον  ανάμεσα στα δύο  πρωτοβάθμια δικαστήρια  είχε σπάσει και η εμμονή  της πολιτείας στην καθιερωμένη διάκρι­σή τους δεν θα είχε  πλέον καμιά πειστική εξήγηση. Έτσι ίσως είναι  πραγματικά η ώρα (αν και οι ειρηνοδίκες έχουν αναβαθμισθεί ουσιαστικά και τυπικά) να δοθεί η  λύση για την δυνατότητα στην περαιτέρω εξέλιξή τους[4]. Τίθεται  λοιπόν σήμερα  το μεγάλο ερώτημα: Θέλουμε  την ενοποίηση ναι  ή όχι ? Απ’ όσα έχω  αντιληφθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα  βλέποντας τις αντιδράσεις  των συναδέλφων μου  ,  μεγάλος  αριθμός   αυτών είναι ακόμη σήμερα  αρνητικός ή επιφυλακτικός σε μια  τέτοια ενοποίηση, επικαλούμενος  ο καθένας τους δικούς  του  λόγους .  Υστερα  μάλιστα και από την δημοσιοποίηση του γνωστού  πορίσματος της  ομάδας εργασίας για την αναμόρφωση του  δικαστικού χάρτη, -στην  οποία πρέπει να επισημάνω την παντελή απουσία της Ενωσης  και των εκπροσώπων μας σ΄αυτήν, -και το  οποίο  πόρισμα περιέχει  κατά την γνώμη μου υποτιμητικές και απαξιωτικές προτάσεις για το κλάδο μας, θα έλεγε κανείς ότι οι ειρηνοδίκες έχουμε βάσιμους  λόγους να μην συναινέσουμε σε μια νέα προσπάθεια της  πολιτείας για την ενοποίηση του πρώτου βαθμού. Ωστόσο ας δούμε τα πραγματικά δεδομένα, τι σημαίνει σήμερα ένα «όχι» στην ενοποίηση; Το όχι σήμερα  αποτελεί την  κύρια έκφραση του προεδρείου της  Ενδε [5] που   αρνείται την ενοποίηση  και προτείνει σαν λύση την αύξηση της καθύλην αρμοδιότητας και την  μεταφορά επιπλέον ειδικής  ύλης στα ειρηνοδικεία  ( πχ κτηματολόγιο). Κατ’ αρχήν  η πρόταση αυτή  έρχεται σαν συνέχεια της πλήρους ασυνέπειας των μελών  του προεδρείου  προς  τις εξαγγελθείσες  προεκλογικές  υποσχέσεις  του περί δήθεν  καμιας αύξησης της αρμοδιότητας για την επόμενη 5ετία, περί δήθεν μείωσης  της ύλης των Ειρηνοδικείων, περί δήθεν μη  συμμετοχής σε  τριμελή  και  κατ’ οίκον έρευνες, περί δήθεν  μισθολογικής εξομοίωσης των  ειρηνοδικών με τους πρωτοδίκες κλπ, ασυνέπεια άλλωστε που  όλοι πια οι συνάδελφοι ακόμα και οι πιο δύσπιστοι έχουν ήδη αντιληφθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και μία πολύ κακή πρόταση, διότι  η μέχρι τώρα πρακτική έχει δείξει  ότι το ζήτημα της  αύξησης της  καθύλην αρμοδιότητας  δεν έχει ταβάνι και μια τέτοια  επιλογή θα διαιωνίζει την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα στο κλάδο μας, σε  δυο χρόνια θα μιλάμε πάλι για αύξηση αρμοδιότητας, ενώ κατ’ αποτέλεσμα   η πρόταση αυτή -αν γινόταν δεκτή θα είχε σαν συνέπεια την υποβοήθηση των πρωτοδικείων στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, αφού θα τα απάλλασσε  από αντικείμενο  χωρίς όμως κανένα  αντίκρυσμα ή όφελος  για τα ειρηνοδικεία.  Στον αντίποδα της ανωτέρω πρότασης βρίσκεται η θετική στάση για την  ενοποίηση, η οποία περικλείει σήμερα  διάφορες επιμέρους  προτάσεις  συναδέλφων  όπως  έχουν δημοσιοποιηθεί μέσα στις διάφορες κοινότητες viber, στις  οποίες οι διαφορές εντοπίζονται στο πλέον κύριο ζήτημα,του πώς δηλ.θα επιλυθεί το θέμα της  επετηρίδας[6]. Άποψή μου  επομένως είναι ότι η απόφαση της Γ.Σ σήμερα  πρέπει να είναι «Ναι» στην ενοποίηση. Μια ενοποίηση  όμως  που πρέπει να γίνει με δίκαιους όρους και  προϋποθέσεις  που  θα  υπηρετούν την ισότητα  και τον σεβασμό στην μέχρι τώρα  υπηρεσιακή  διαδρομή  των ειρηνοδικών, την διατήρηση του  μισθολογικού τους κεκτημένου και θα παρέχουν την δυνατότητα απεριόριστης εξέλιξης. Έτσι μόνο θα αναγνωρισθεί, έμπρακτα από την πολιτεία ότι οι ειρηνοδίκες είναι ικανοί να ενταχθούν στα πρωτοδικεία με ισότιμους όρους χωρίς να γίνει αιτία η ένταξη αυτή να δημιουργήσει μια καινούργια σειρά δικαστών δύο ταχυτήτων. Αντίθετα ένα ενδεχόμενο «όχι» της  Γ.Σ σήμερα  στην πραγματικότητα  δεν θα είναι απλά ένα  «όχι» στο πόρισμα της ομάδας εργασίας , όπως  το εμφάνισε η Πρόεδρος της Ένωσης στην κεντρική της τοποθέτηση, αλλά  «όχι» στην ενοποίηση και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει κανείς ποια τελικά είναι η πραγματική της θέση. Με άλλα λόγια αν το υπουργείο φέρει σε  λίγες  ημέρες ένα σχέδιο ενοποίησης ποια θα είναι η στάση της Προέδρου και γενικά του Προεδρείου της Ένωσης με την οποία  θα κληθεί να διαπραγματευτεί; Η πραγματικότητα  απαιτεί ξεκάθαρη θέση που σήμερα  κανείς  δεν γνωρίζει.

 

——————

 

[1]Δημ στην ΕλΔνη  1983 σελ. 22.

[2] σε διάστημα 95 ετών συνολικά, επιχειρήθηκε η αναδιάρθρωση  του πρώτου βαθμού  δικαιοδοσίας οκτώ (8) φορές, εκ των  οποίων  4 εξ αυτών άμεσες με την κατάργηση των Ειρηνοδικείων  και 4  έμμεσες  με   αναδιάρθρωση και κάμψη του δυαδικού συστήματος εισαγωγής και διατήρηση των Ειρηνοδικείων (  Γ.Δελής Αρμοδιότητες  Ειρηνοδικείων Νομική Βιβλιοθήκη 2022).

[3] Στην μη λειτουργούσα  πλέον  ιστοσελίδα Eirinodikis.gr

[4] Αξιοσημείωτο είναι  ότι με το νέο Νόμο 4871/2021 για την  Εσδι  οι εισαγωγικές  εξετάσεις  είναι  κοινές και στο   άρθρο  21  ορίζεται πλέον ότι  στην κατεύθυνση Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και στην κατεύθυνση Ειρηνοδικών,  έχει συνταχθεί ένας ενιαίος πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων. και επομένως  προστίθεται ακόμη ένα επιχείρημα  υπέρ της ευχερούς  και χωρίς  διλήμματα    ενοποίησης του πρώτου βαθμού.

[5] αντίθετα  μέχρι τώρα η θέση του όπως είχε αποτυπωθεί στο  με αριθμό 112/27-10-2011 έγγραφό  του

[6] Σχετικό το έγγραφο του συναδέλφου Ν.Τσαγκαράκη προς την άτυπη  Ολομέλεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών της 15.11.2023   στην  οποία γίνεται λόγος  για ενιαία επετηρίδα  , η πρόταση των συναδέλφων Βασταρούχα -Σακελλαροπούλου και της  Ολομέλειας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης όπου γίνεται  λόγος για παράλληλη επετηρίδα.